Το κεχριμπαράκι του παππού Τον περίμενε με ανυπομονησία, κοιτώντας συνέχεια το ρολόι. Από στιγμή σε στιγμή, θα χτυπούσε το κουδούνι, θα άνοιγε και θα τον έβλεπε να ανεβαίνει τα σκαλιά, αργά, με το χέρι της μαμάς στο μπράτσο. Θα την αγκάλιαζε σφιχτά, «κεχριμπαράκι μου» θα της έλεγε. «Ήρθα πρώτα από το σπίτι σου να γνωρίσω το δισέγγονό μου» και στη συνέχεια, θα έσκυβε πάνω από την κούνια και θα ψιθύριζε «έγινες μάνα, κορίτσι μου» με την τρυφερότητα που τον χαρακτήριζε. Χτύπησε το κουδούνι και έτρεξε σαν παιδί. Στο κατώφλι όμως, στεκόταν ο άντρας της. «Τι έγινε; Γιατί δεν είσαι στη δουλειά;» ρώτησε. Η φωνή της ακούστηκε ραγισμένη χωρίς να ξέρει ακόμα το γιατί. Ίσως να ήταν το βλέμμα του που την τρόμαξε. «Ο παππούς… έφυγε». «Τι λες;» Το μυαλό της δεν μπορούσε να επεξεργαστεί την πληροφορία που της δόθηκε. «Έγινε ξαφνικά...» Συνειδητοποίησε το νόημα των λέξεων αλλά δεν μπορούσε να το δεχτεί. «Μα, μιλήσαμε πριν λίγες ώρες...». «Έφυγε όπως ήθελε, όρθιος. Χωρίς να καταλάβει τίποτα», προσπάθησε...