Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Welcome to/ Καλώς ήλθατε στο Another Tale

Πρόσφατες αναρτήσεις

Μια ακόμα ιστορία με τη Σοφία Αλεξίου

Σαν όνειρο Κατέβηκα τις σκάλες. Δεν είχα ξαναβρεθεί ποτέ στο υπόγειο του κάστρου. Συνέχισα να ακολουθώ, σαν υπνωτισμένη, το ξωτικό. Στο τέλος του διαδρόμου, εμφανίστηκε μία πόρτα με φυλλωσιές. Με ένα κατακόκκινο κλειδί, την άνοιξε. Άπλωσε το χέρι και με προσκάλεσε στον κόσμο του! Τι τέλεια μέρα ήταν αυτή! Μία ξωτικούπολη απλωνόταν μπροστά μας! Ανεβήκαμε σε μία καταπράσινη ρόδα που στηριζόταν σε μία φουντωτή βελανιδιά. Κάναμε τσουλήθρα σε έναν λόφο που ήταν γεμάτος γρασίδι και χαμομήλια. Πήραμε μέρος σε διαγωνισμό παγωτού. Έπρεπε να δοκιμάσεις όλες τις γεύσεις που ήταν φτιαγμένες με φρέσκο χιόνι και φρούτα της εξοχής. (Κοιμάμαι; Δεν μπορώ να ξεχωρίσω πια) Σκαρφάλωσα στον βράχο της γνώσης και ζήτησα να μου πει τί θα γίνω όταν μεγαλώσω. Εκείνος μου είπε πως θα γίνω σίγουρα ό,τι αγαπώ. Με μπέρδεψε αλλά νομίζω πως αυτό που μου είπε ήταν καλό. Το βράδυ με φιλοξένησαν σε μία μεταξωτή σκηνή και ο ύπνος με πήρε γλυκά. Ταξίδεψα και συνάντησα πάλι τον μπαμπά. Εκεί που δεν υπήρχε πόνος, ούτε αρρώσ...

Μια ακόμα ιστορία με τη Χριστίνα Κωνσταντουδάκη

Η κούκλα Στέκομαι στη μέση του άδειου πια φοιτητικού μου σπιτιού και κοιτάζω τριγύρω. Η Έρρικα είναι εκεί και με παρατηρεί σιωπηλή. Μα, πότε σιώπησε; Ή μήπως εγώ τη σιώπησα άθελά μου; Μου την έφερε ο Άγιος Βασίλης τα Χριστούγεννα του ’98. Ήταν μια κούκλα με σώμα υφασμάτινο και μέλη πλαστικά. Αμέσως, έγινε το παιδί μου. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, ζητούσα από τη μαμά ένα αδερφάκι. «Τα αδερφάκια κοστίζουν» μου έλεγε. «Θα σου δώσω τα λεφτά από τα κάλαντα» της απαντούσα. Δεν ήθελε. Έτσι κι εγώ, έπαιρνα την Έρρικα μαζί μου παντού. Στο Νηπιαγωγείο, στη θάλασσα, αργότερα στο Δημοτικό. Μεγάλωνα και μεγάλωνε μαζί μου. Ή έτσι εγώ νόμιζα. Η αλήθεια είναι πως είχε μαυρίσει από τα πολλά πλυσίματα και περισσότερο έμοιαζε με αρουραίο παρά με κούκλα. Καλοκαίρι του 2005. Η Έρρικα εφτά κι εγώ δώδεκα. Άρχιζε το Δημοτικό κι εγώ το τελείωνα. Δεν είχα χρόνο, πλέον θα έπρεπε να μάθει να ζει για λίγο μόνη της. Αυτό είπα στον εαυτό μου, μα η αλήθεια είναι πως την ξέχασα στο πάνω ράφι της ντ...

Μια ακόμα ιστορία με τη Μαρία Παχιαδάκη

Σαν δυο κομμάτια από παζλ Αγάπησα τη Μελαχρινή μου από την πρώτη στιγμή που ήρθε στο ταριχευτήριό μου. Αμέσως ένιωσα ότι υπήρχε μια μοναδική σύνδεση μεταξύ μας. Σαν δυο κομμάτια από παζλ χαμένα κάτω απ’ το χαλί για καιρό. Σήμερα το πρωί, η Μελαχρινή μου ανακοίνωσε ότι θα γίνω πατέρας. Όταν το άκουσα, πέταξα από χαρά! Κι εκείνη έλαμπε. Τα μάτια της όμως είχαν μια ακατανόητη έκφραση. Με κοίταζε σαν να με αποχαιρετούσε. Οι προηγούμενοι σύντροφοι της εξαφανίζονταν μόλις μάθαιναν ότι ήταν έγκυος. Όμως εγώ δεν είχα σκοπό να πάω πουθενά. Τουναντίον, τώρα ένιωθα ότι είχαμε γίνει πραγματικά ένα. Ότι είχε έρθει η ώρα να γνωριστούμε βαθύτερα. Όμως, υπήρχε ανάμεσά μας εκείνη η απαγορευμένη αποθήκη. Μια αποθήκη που μου είχε ζητήσει να μην ξεκλειδώσω ποτέ. Τώρα όμως περισσότερο από ποτέ ήταν επιτακτική η ανάγκη μου να μάθω ακόμη και τις πιο μύχιες σκέψεις της. Ήξερα ότι θα έλειπε για πολλές ώρες. Βεβαιώθηκα ότι ο κηπουρός θα παρέμενε απασχολημένος. Άρπαξα το κλειδί. Έτρεξα γρήγορα στην αποθήκη. Άνοι...

Μια ακόμα ιστορία με την Αντιόπη Φραντζή

Δε σε παίρνει... Τους βλέπω που τριγυρίζουν στην αυλή λίγο πριν χτυπήσει το κουδούνι για την προσευχή. Επιτηρώ χαλαρά. Άλλωστε είναι ακόμα πρωί. Τι θα μπορούσε να συμβεί; Θα κοιμούνται όρθια τα μαθητούδια μου, σκέφτομαι τρυφερά. Μετά τον βλέπω. Τον Φώτη που μπαίνει όπως πάντα τοίχο τοίχο, επιφυλακτικά, στις μύτες σχεδόν των παπουτσιών. Κάνει τον γύρο της αυλής και πηγαίνει και στέκεται στη σειρά της τάξης του. Κοιτώντας κάτω. Όπως πάντα. Τοποθετεί την τσάντα με προσοχή. Να μην πατάει καμιά γραμμή, να μην γέρνει. Μόνος, μέσα σε ένα γκρίζο συννεφάκι, σκέφτομαι. Και τότε το μάτι μου πιάνει την κίνηση. Παρατηρώ τη γνωστή ομάδα να πλησιάζει με την αυθάδεια του δωδεκάχρονου, με την έπαρση του παλικαρά, με την ανοησία που παριστάνει την δύναμη στα παιδικά τους ακόμα πρόσωπα. Πλησιάζουν ψιλοτρέχοντας, κάνοντας ότι σπρώχνουν ο ένας τον άλλον. «Έλα ρε μπρο, δώσε μία», τον περιτριγυρίζουν, δεν τον αγγίζουν, ρίχνουν κλεφτές ματιές δεξιά κι αριστερά και μετά δίνουν μια κλωτσιά στη σάκα κι εκε...

Μια ακόμα ιστορία με τον Απόστολο Πάππο

Η γαϊδούρα και το γαϊδούρι Μπήκαμε στο στάδιο εν μέσω αποθέωσης. Ο κόσμος, στριμωγμένος σαν φραγκόσυκα, ζητωκραύγαζε για τους μεγάλους αθλητές. Πρώτο αγώνισμα ήταν το ακόντιο. Ξεκινάω εγώ. Ρίχνω με στυλ. Θα ήταν κάπου είκοσι μέτρα η βολή. Ρίχνει ο Λευτέρης. Λίγο λιγότερο. Το καβάλησα το καλάμι για αρχή. Δεύτερο αγώνισμα σφύρα, σφαίρα, κάτι τέτοιο, δεν θυμόμασταν τη διαφορά. Παίρνω το βαρύ σφαιρίδιο και το ρίχνω με όλη μου τη δύναμη. Ήμουν πιο γεμάτος, τον κέρδισα κι εδώ. Τρίτο αγώνισμα το τετρακοσάρι. Ο σαφώς πιο αδύνατος Λευτέρης με κέρδισε παρά την επιμονή μου. Και οκτακοσάρι να το κάναμε, θα έχανα. Επόμενο αγώνισμα άλμα εις μήκος. Χαμός στο ίσιωμα. Κάπου στα τρία μέτρα και κάτι τα άλματα μας. Πόντο πόντο η πρωτιά και το χώμα να μπαίνει μαζί με πετραδάκια στα παπούτσια σε κάθε μας πήδο. Ώρα για το άλμα εις ύψος, χωρίς στρώμα από κάτω. Η σπεσιαλιτέ μας. Τρέχαμε και σηκώναμε ψαλιδωτά το ένα πόδι μετά το άλλο περνώντας πάνω από τον πήχη δίχως να πέφτουμε κάτω. Σε αυτό το άθλημα είχαμε γ...

Μια ακόμα ιστορία με την Ελισάβετ Αρκολάκη

Η ψευδαίσθηση της γαλήνης Ξαπλωμένη, χώνω τις πατούσες μου μέσα στην άμμο κι έχω την αίσθηση πως βουλιάζω ολόκληρη μέσα σε πούδρα ταλκ. Η άμμος εδώ είναι πιο ψιλή σε σύγκριση με της πατρίδας μας. Ανάλαφρη η γη από κάτω μου, σαν μια μεγάλη, μαλακή μητρική αγκαλιά και βρίσκομαι σε πλήρη αρμονία με το περιβάλλον γύρω μου. Όλα φαντάζουν όμορφα, ήρεμα, ήσυχα. Εδώ, προστατευμένη από τον κόσμο που συνεχίζει να υπάρχει πέρα από μένα, παρατηρώ έναν θαλασσαετό. Πετάει από το τροπικό δάσος που βρίσκεται ακριβώς πίσω από την παραλία, βουτάει και πιάνει ένα ψάρι στα βράχια μπροστά στη θάλασσα. Το φως λαμπυρίζει πάνω στο νερό και αντανακλά στο φτέρωμά του. Ακόμα και αυτή η βιαιότητα της σκηνής του θηρευτή με το θήραμά του μοιάζει ταιριαστή και έχει τη θέση της, σαν να χορεύουν παρέα τα δυο ζωντανά, αντί να δίνουν μάχη σώμα με σώμα. Μόνο ο ήχος της βουτιάς, το φτερούγισμα κι ύστερα ξανά σιωπή. Η τάξη επανέρχεται και μαζί της η ψευδαίσθηση της γαλήνης. H Ελισάβετ Αρκολάκη είναι συγγραφέας και (αυτο)εκ...

Μια ακόμα ιστορία με τη Μαρία Λυκάρτση

Ονομαστική εορτή Έτοιμη η τσάντα της. Λάπτοπ, φορτιστής, κραγιόν, κάρτες. Έβαλε και μια μικρή ομπρέλα για περίπτωση βροχής. Έτσι, όπως κατέβαινε την Πλάτωνος, άκουσε πίσω της τις καμπάνες. Του Αγίου Νικολάου. Της άρεσε το καφέ στον πεζόδρομο κι ας ήταν εξωφρενικά ακριβό. Διπλός καπουτσίνο σκέτος κι ένα κρουασάν με πραλίνα για σήμερα. Έτσι, επειδή γιόρταζε. Έφταναν από νωρίς οι ευχές στα σόσιαλ. Προβλέψιμες, προκατασκευασμένες, μαζικές. Πώς θα γινόταν να τις αποφύγει; Χαζεύοντας έξω απ’ το τζάμι τον είδε. Κύριος μεγαλούτσικος, κοστουμαρισμένος, με λουλούδια και κουτί ζαχαροπλαστείου στο χέρι. Πόσα χρόνια είχε να δει κάποιον να πηγαίνει επίσκεψη… Ήταν μια εποχή που οι άνθρωποι ανακοίνωναν αν θα γιορτάσουν την ονομαστική τους εορτή κι αν θα δεχτούν επισκέψεις. Στις πόλεις, γιατί στα χωριά απλώς άφηναν ανοιχτά τα φώτα, αν γιόρταζαν. Χτυπούσαν το κουδούνι οι επισκέπτες, έφερναν δώρα: λουλούδια, ποτά, γλυκά, πιο σπάνια κανένα βιβλίο. Της άρεσε να ξετυλίγει η ίδια το κουτί με το γυαλιστερό π...