Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Welcome to/ Καλώς ήλθατε στο Another Tale

Πρόσφατες αναρτήσεις

Μια ακόμα ιστορία με τη Δέσποινα Λιαράκου

Το χάρισμα Το βρήκε στο βάθος του συρταριού, διπλωμένο στα τέσσερα. Οι τσακίσεις του άψογες, όπως τότε. Κοίταξε τις γωνίες του. Ταίριαζαν απόλυτα. Χαμογέλασε. Το έφερε κοντά στη μύτη της και η μυρωδιά του την ταξίδεψε. «Το θέλεις; Χάρισμά σου!» την είχε ρωτήσει κάποτε η γιαγιά της. «Τι είναι αυτό;» «Ένα μαντηλάκι!» «Και τι να το κάνω;» «Μπορείς να το έχεις στην τσάντα σου…» Το πήρε με τα μικρά της χέρια. Αλλά δεν είχε τσάντα. Τι να έκανε με εκείνο το μαντήλι; Άγγιξε το κέντημά του. Τα μοβ λουλουδάκια ήταν στ’ αλήθεια πανέμορφα. Αλλά, πώς να παίξει με ένα μαντήλι; Οι κυρίες της γειτονιάς τύλιγαν το αντίδωρο στην εκκλησία. Ο κύριος Πρόδρομος το ακουμπούσε ελαφρά στο μέτωπό του, όταν είχε ήλιο. Ο κύριος Δημήτρης, ο χτίστης, το έκανε καπέλο δένοντάς έναν κόμπο στις δυο μπροστινές γωνίες κι έναν πίσω. Μα εκείνη τι μπορούσε να κάνει με ένα μαντήλι; Ποτέ δεν έμαθε! Μόνο τα μεσημέρια κοιτούσε τα μοβ, κεντημένα λουλούδια κι έφτιαχνε ιστορίες με μπουκέτα και πριγκίπισσες. Κι όταν έμαθε να σιδερ...

Μια ακόμα ιστορία με την Ιωάννα Λιούτσια

Στη μέση μιας βουής Περνούσαμε συχνά απ’ έξω με το αυτοκίνητο κι ήξερα πως εδώ είναι η «ΕΚΘΕΣΗ». Τι είδους έκθεση δεν ήξερα βέβαια κι όταν περνούσαμε μάλιστα απ’ την πάνω πλευρά σημασία δεν της έδινα της «Έκθεσης». Το ενδιαφέρον μου στρεφόταν στις «μαγικές εικόνες» απ’ έξω όπου εναλλάσσονταν στο ταμπλώ οι διαφημίσεις. Η γιαγιά κι η αδερφή μου πήγαιναν κάθε χρόνο στην «Έκθεση», όμως ποτέ δεν μ’ έπαιρναν μαζί τους γιατί «ήμουνα πολύ μικρή». Όποτε γυρνούσαν σπίτι, έφερναν διάφορα μικροαντικείμενα, σκυλάκια που κουνάνε το κεφάλι, κοσμήματα κι αξεσουάρ που είχαν πάρει απ’ το περίπτερο της Τουρκίας, της Αιγύπτου… Και κάθε χρόνο έλεγαν: «Κάθε πέρσι και καλύτερα, τίποτα δεν είχε». Και κάθε χρόνο ξαναπήγαιναν! Περνώντας τις τάξεις του δημοτικού, άρχισα να σνομπάρω την έκθεση. Αφού δεν ήθελαν να με πάρουν μαζί τους, ούτε κι εγώ ήθελα να πάω. Μέχρι που τον Σεπτέμβριο που ξεκινούσα την ΣΤ’ δημοτικού, έκανε η μαμά μου μια εγχείρηση. Δεν ήταν ιδιαίτερα σοβαρή, ωστόσο έμεινε αρκετές μέρες στο νοσοκ...

Μια ακόμα ιστορία με την Αναστασία Μπαλάσκα

Πετροπόλεμος Ο πόλεμος ξεκινούσε πάντα στην αρχή του καλοκαιριού. Όταν τα σχολεία έκλειναν και τα παιδιά της πόλης μετακόμιζαν στο χωριό. Δεν ήταν δύσκολο να μοιραστούν σε ομάδες. Τα παιδιά που πήγαιναν στο γυμνάσιο ήταν μεγάλα, και τα παιδιά που πήγαιναν στο δημοτικό μικρά. Ο Ηλίας κι ο Ερμής ανυπομονούσαν γι’ αυτό ολόκληρη τη χρονιά. Συζητούσαν για τα κάστρα τους, που ήταν κρυμμένα στις παρυφές του βουνού. Φέτος θα έφερναν παλιά παραθυρόφυλλα και θα τα σκέπαζαν. Να τα προφυλάξουν από τις άτιμες καλοκαιρινές μπόρες. Και για τις προμήθειες τους θα έβρισκαν καινούριες κρυψώνες, καλύτερες. Τις περσινές εύκολα τις είχαν ανακαλύψει οι μεγάλοι. Μέσα στη βαλίτσα τους, στρίμωξαν και δύο γουόκι-τόκι, δώρο από τους γονείς τους για τα ενδέκατα γενέθλια του Ηλία. Με αυτά θα μιλούσαν από πλαγιά σε πλαγιά. Δεν υπήρχε αμφιβολία. Φέτος θα νικούσαν. Η πρώτη συνάντηση κανονίστηκε στην πλατεία. Τα παιδιά του λυκείου, που δεν έπαιζαν πια, είχαν το ρόλο του διαιτητή. Ένα από αυτά πήρε τον λόγο...

Μια ακόμα ιστορία με τη Σοφία Νικολιδάκη

Η καινούρια ξύστρα της Μαρίας Η καινούρια ξύστρα της Μαρίας, ένα ροζ αρκουδάκι διάφανο που γέμιζε με τα ξύσματα του μολυβιού, και άδειαζε ξεβιδώνοντας το καπάκι, ήταν μαγική.   Καμία σχέση με τις δικές μας σιδερένιες ξύστρες ή τις μονόχρωμες πλαστικές. «3 και 2 κάνει 5. 2 και 3 κάνει 5. Πάμε όλοι μαζί», η κυρία Σούλα χτυπούσε με τη βέργα ρυθμικά τους αριθμούς στον μαυροπίνακα καθώς εμείς επαναλαμβάναμε. Πήρα κρυφά την ξύστρα. Η Μαρία χάζευε στο πίνακα. Η παλάμη μου ήταν ροζ! Το ίδιο και τα ξύσματα! Μαγικό! «Κυρία, η Φανή πήρε την ξύστρα της Μαρίας», πετάχτηκε η Ελένη το καρφί στο μπροστινό θρανίο. «Φανή, την ξύστρα στην Μαρία», διέκοψε η κυρία Σούλα. «Πάμε πάλι. 3 και 2 κάνει;» «Δώστην, θα μου τη χαλάσεις», μουρμούρισε η Μαρία. Έσφιξα την ξύστρα στη χούφτα μου. Η Ελένη, το καρφί, γυρίζει απότομα να αρπάξει τη ξύστρα. Τη σηκώνω ψηλότερα. Δεν τη φτάνει. «Φανή, την ξύστρα τώρα», φωνάζει η δασκάλα. Ξεβιδώνω το καπάκι. Η Ελένη γραπώνει το ροζ αρκουδάκι, τραβώ με δύνα...

Μια ακόμα ιστορία με τη Γιώτα Κωνσταντάκη

Τα παπούτσια του μπαμπά Προχωρούσαμε σκυφτοί. Μπορούσα να δω τα παπούτσια των άλλων. Τα μαύρα γοβάκια της μαμάς, που σέρνονταν με δυσκολία και όχι με τη χάρη που τα περπατούσε συνήθως. Δίπλα τους τα σκούρα, καφέ σκαρπίνια του θείου, που συναγωνίζονταν τα γοβάκια της μαμάς στο σύρσιμο, λες κι έκαναν αγώνα για το ποια θα σηκώσουν περισσότερη σκόνη στο πέρασμά τους. Τα μαύρα παντοφλάκια της γιαγιάς, μόνο που εκείνα δεν περπατούσαν. Είχαν αφεθεί πάνω στο αμαξίδιο της, τόσο αποκαμωμένα, που μπορούσες να καταλάβεις τη θλίψη τους και την άρνησή τους να ακολουθήσουν τους υπόλοιπους σε αυτή τη βόλτα. Τις μωβ μπαλαρίνες της αδερφής μου, που είχαν κολλήσει πάνω στα μπλε αθλητικά μου. Μπέρδευαν τα βήματά τους με τα δικά μου, από φόβο μη χωριστούν και τα χάσουν. Τα δεκάδες παπούτσια πίσω μας, που ακολουθούσαν αθόρυβα, σαν να μην πατούσαν στη γη, από σεβασμό για το κακό που μας βρήκε - όπως φώναζε η γιαγιά χθες το πρωί, προτού της δώσει ο γιατρός το φάρμακο που την έκανε να σιωπήσει και ...

Μια ακόμα ιστορία με την Κατερίνα Δημόκα

Η εικόνα του κόσμου Όσο πήγαινε και τα κατάφερνε καλύτερα. Συναρμολογούσε τα κομμάτια και στο τέλος χάιδευε τη δημιουργία της: το τελειωμένο παζλ, μια απόδειξη ενότητας. Είχε σύστημα. Αρχικά, εντόπιζε τα ακρογωνιαία. Όριζαν την κατασκευή σαν τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, που μόλις είχε διδαχτεί στη Γεωγραφία. Έπειτα, σώριαζε τα κομμάτια που είχαν ίσια άκρη και τα αρμολογούσε, ώστε να σχηματίσουν το εξωτερικό πλαίσιο. Σιγά σιγά, και πάντα δοκιμάζοντας, τοποθετούσε τα εσωτερικά με βάση τις γραμμές, το χρώμα και τις εγκοπές ή τα εξογκώματα τους. Από έξω προς τα μέσα το σχέδιο έκλεινε, όπως ο ελληνικός καφές στο μπρίκι του πατέρα. Κεντρομόλα. Της ταίριαζαν τα παζλ. Ήταν μικρή ακόμα να καταλάβει πως φανέρωναν τη φύση της: ήσυχη και μεθοδική, πεισματάρα και υπομονετική. 80, 120, 200. Ολοένα και με περισσότερα κομμάτια προκαλούσε τις δυνάμεις της. Αλλά και δοκίμαζε τις νέες φιλίες. Αν συμπαθούσε κάποιο παιδί, το καθοδηγούσε με στρατηγικές συμβουλές. Αν αγαπούσε, όπως το γειτονόπουλο, τότε μ...

Μια ακόμα ιστορία με τη Δομηνίκη-Μαρκησία Ρουγγέρη

Το εισιτήριο Η Άννα απολάμβανε τη θαλπωρή των κλινοσκεπασμάτων της όταν ξαφνικά πετάχτηκε από το κρεβάτι της. Το ρολόι στο κινητό της έδειχνε 6:46· είχε ήδη αργήσει. Το πρωινό φως γλιστρούσε ανάμεσα στα κτίρια και η πόλη ξυπνούσε βιαστικά, όπως κι εκείνη. Πήρε την τσάντα και τα κλειδιά της. Στον δρόμο έτρεχε με βήμα κοφτό, μετρώντας τις πλάκες του πεζοδρομίου σα να ήταν δευτερόλεπτα. Στάθηκε στα ακυρωτικά μηχανήματα του Μετρό ψάχνοντας μηχανικά την τσάντα της. Κλειδιά. Κινητό. Σημειωματάριο. Το χέρι της πάγωσε. Ξανά από την αρχή. Τίποτα. "Το πορτοφόλι;" Ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται. Βρήκε μονάχα ένα ευρώ, σε μία θήκη, ξεχασμένο από ρέστα. Για μια στιγμή, σκέφτηκε να γυρίσει σπίτι. Μα ο χρόνος δεν γύριζε μαζί της. Από μακριά είδε έναν επιβάτη να πλησιάζει. Άπαπα, ούτε να το διανοηθεί! Και μόνο με τη σκέψη κοκκίνισε. Ελπίζοντας σε ένα θαύμα πήγε στο εκδοτήριο, χαμογέλασε αμήχανα στον υπάλληλο και ψιθύρισε "Ξέχασα το πορτοφόλι μου. Θα μπορούσατε μήπως να σας δώσω ένα ...