Τα παπούτσια του μπαμπά Προχωρούσαμε σκυφτοί. Μπορούσα να δω τα παπούτσια των άλλων. Τα μαύρα γοβάκια της μαμάς, που σέρνονταν με δυσκολία και όχι με τη χάρη που τα περπατούσε συνήθως. Δίπλα τους τα σκούρα, καφέ σκαρπίνια του θείου, που συναγωνίζονταν τα γοβάκια της μαμάς στο σύρσιμο, λες κι έκαναν αγώνα για το ποια θα σηκώσουν περισσότερη σκόνη στο πέρασμά τους. Τα μαύρα παντοφλάκια της γιαγιάς, μόνο που εκείνα δεν περπατούσαν. Είχαν αφεθεί πάνω στο αμαξίδιο της, τόσο αποκαμωμένα, που μπορούσες να καταλάβεις τη θλίψη τους και την άρνησή τους να ακολουθήσουν τους υπόλοιπους σε αυτή τη βόλτα. Τις μωβ μπαλαρίνες της αδερφής μου, που είχαν κολλήσει πάνω στα μπλε αθλητικά μου. Μπέρδευαν τα βήματά τους με τα δικά μου, από φόβο μη χωριστούν και τα χάσουν. Τα δεκάδες παπούτσια πίσω μας, που ακολουθούσαν αθόρυβα, σαν να μην πατούσαν στη γη, από σεβασμό για το κακό που μας βρήκε - όπως φώναζε η γιαγιά χθες το πρωί, προτού της δώσει ο γιατρός το φάρμακο που την έκανε να σιωπήσει και ...