Tο Σκωτσεζάκι Είχε αγοράσει τα ρούχα σε κάποιο ταξίδι του στη βόρεια Αγγλία. Τα διάλεξε με γούστο, όπως πάντα, όλα ασορτί: το καρό παλτουδάκι, το παντελόνι, το καπέλο, το κασκόλ. Όταν γύρισε στην Ελλάδα, δεν έβλεπε την ώρα να με ντύσει με αυτά. «Πωπω, ένα Σκωτσεζάκι!», έκαναν χάζι γιαγιάδες και θείες. Με πήρε από το χέρι και πήγαμε στο φωτογραφείο του Λάκη. Στη φωτογραφία, το Σκωτσεζάκι χαμογελούσε σκανταλιάρικα, με ένα ονειρεμένο τοπίο στο βάθος. «Σαν ζωγραφιά είναι!», ενθουσιάστηκε ο Λάκης και έβαλε τη φωτογραφία σε περίοπτη θέση στη βιτρίνα για να φαίνεται η τέχνη του. Το Σκωτσεζάκι έμεινε εκεί. Όταν περνούσα μπροστά από τη βιτρίνα στο νηπιαγωγείο και στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού, κοιτούσα τη φωτογραφία και καμάρωνα που ο Λάκης ξεχώρισε τη φάτσα μου ανάμεσα σε τόσα παιδιά. Μετά, πλησιάζοντας στα τέλη του Δημοτικού, το Σκωτσεζάκι άρχισε να μου σπάει τα νεύρα, να το αντιπαθώ. Όταν οι συμμαθητές μου με ρωτούσαν αν ήμουν εγώ στη φωτογραφία της βιτρίνας...