Σαν όνειρο Κατέβηκα τις σκάλες. Δεν είχα ξαναβρεθεί ποτέ στο υπόγειο του κάστρου. Συνέχισα να ακολουθώ, σαν υπνωτισμένη, το ξωτικό. Στο τέλος του διαδρόμου, εμφανίστηκε μία πόρτα με φυλλωσιές. Με ένα κατακόκκινο κλειδί, την άνοιξε. Άπλωσε το χέρι και με προσκάλεσε στον κόσμο του! Τι τέλεια μέρα ήταν αυτή! Μία ξωτικούπολη απλωνόταν μπροστά μας! Ανεβήκαμε σε μία καταπράσινη ρόδα που στηριζόταν σε μία φουντωτή βελανιδιά. Κάναμε τσουλήθρα σε έναν λόφο που ήταν γεμάτος γρασίδι και χαμομήλια. Πήραμε μέρος σε διαγωνισμό παγωτού. Έπρεπε να δοκιμάσεις όλες τις γεύσεις που ήταν φτιαγμένες με φρέσκο χιόνι και φρούτα της εξοχής. (Κοιμάμαι; Δεν μπορώ να ξεχωρίσω πια) Σκαρφάλωσα στον βράχο της γνώσης και ζήτησα να μου πει τί θα γίνω όταν μεγαλώσω. Εκείνος μου είπε πως θα γίνω σίγουρα ό,τι αγαπώ. Με μπέρδεψε αλλά νομίζω πως αυτό που μου είπε ήταν καλό. Το βράδυ με φιλοξένησαν σε μία μεταξωτή σκηνή και ο ύπνος με πήρε γλυκά. Ταξίδεψα και συνάντησα πάλι τον μπαμπά. Εκεί που δεν υπήρχε πόνος, ούτε αρρώσ...