Πετροπόλεμος Ο πόλεμος ξεκινούσε πάντα στην αρχή του καλοκαιριού. Όταν τα σχολεία έκλειναν και τα παιδιά της πόλης μετακόμιζαν στο χωριό. Δεν ήταν δύσκολο να μοιραστούν σε ομάδες. Τα παιδιά που πήγαιναν στο γυμνάσιο ήταν μεγάλα, και τα παιδιά που πήγαιναν στο δημοτικό μικρά. Ο Ηλίας κι ο Ερμής ανυπομονούσαν γι’ αυτό ολόκληρη τη χρονιά. Συζητούσαν για τα κάστρα τους, που ήταν κρυμμένα στις παρυφές του βουνού. Φέτος θα έφερναν παλιά παραθυρόφυλλα και θα τα σκέπαζαν. Να τα προφυλάξουν από τις άτιμες καλοκαιρινές μπόρες. Και για τις προμήθειες τους θα έβρισκαν καινούριες κρυψώνες, καλύτερες. Τις περσινές εύκολα τις είχαν ανακαλύψει οι μεγάλοι. Μέσα στη βαλίτσα τους, στρίμωξαν και δύο γουόκι-τόκι, δώρο από τους γονείς τους για τα ενδέκατα γενέθλια του Ηλία. Με αυτά θα μιλούσαν από πλαγιά σε πλαγιά. Δεν υπήρχε αμφιβολία. Φέτος θα νικούσαν. Η πρώτη συνάντηση κανονίστηκε στην πλατεία. Τα παιδιά του λυκείου, που δεν έπαιζαν πια, είχαν το ρόλο του διαιτητή. Ένα από αυτά πήρε τον λόγο...