Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Welcome to/ Καλώς ήλθατε στο Another Tale

Πρόσφατες αναρτήσεις

Μια ακόμα ιστορία με την Έφη Φωτεινού

Το κεχριμπαράκι του παππού Τον περίμενε με ανυπομονησία, κοιτώντας συνέχεια το ρολόι. Από στιγμή σε στιγμή, θα χτυπούσε το κουδούνι, θα άνοιγε και θα τον έβλεπε να ανεβαίνει τα σκαλιά, αργά, με το χέρι της μαμάς στο μπράτσο. Θα την αγκάλιαζε σφιχτά, «κεχριμπαράκι μου» θα της έλεγε. «Ήρθα πρώτα από το σπίτι σου να γνωρίσω το δισέγγονό μου» και στη συνέχεια, θα έσκυβε πάνω από την κούνια και θα ψιθύριζε «έγινες μάνα, κορίτσι μου» με την τρυφερότητα που τον χαρακτήριζε. Χτύπησε το κουδούνι και έτρεξε σαν παιδί. Στο κατώφλι όμως, στεκόταν ο άντρας της. «Τι έγινε; Γιατί δεν είσαι στη δουλειά;» ρώτησε. Η φωνή της ακούστηκε ραγισμένη χωρίς να ξέρει ακόμα το γιατί. Ίσως να ήταν το βλέμμα του που την τρόμαξε. «Ο παππούς… έφυγε». «Τι λες;» Το μυαλό της δεν μπορούσε να επεξεργαστεί την πληροφορία που της δόθηκε. «Έγινε ξαφνικά...» Συνειδητοποίησε το νόημα των λέξεων αλλά δεν μπορούσε να το δεχτεί. «Μα, μιλήσαμε πριν λίγες ώρες...». «Έφυγε όπως ήθελε, όρθιος. Χωρίς να καταλάβει τίποτα», προσπάθησε...

Μια ακόμα ιστορία με την Κωνσταντίνα Τζιόλα

Οι λύκοι Είχα μόλις φάει μια πελώρια φέτα μερέντα παρέα με την αδερφή μου. Ήταν ώρα για ύπνο, όμως τα ουρλιαχτά των λύκων δε σε αφήνουν εύκολα να κοιμηθείς. Όσο οι λύκοι αλυχτούσαν στο βουνό, ο ευγενικός γίγαντας, που συνήθως αποκαλούσαμε μπαμπά, μας έκλεισε στην αγκαλιά του. Κουλουριαστήκαμε κι η ιστορία ξεκίνησε. Μια ιστορία που δεν την λες στα παιδιά για να κοιμηθούν… Ήταν ένα από τα μεσημέρια εκείνης της εποχής που ο ήλιος βιάζεται να παραδώσει τη σκυτάλη στο φεγγάρι. Το αμούστακο αγόρι είχε πάρει τον δρόμο για το σπίτι. Ο δρόμος ήταν μακρύς και χωμάτινος κι εκείνος, με τα σκισμένα του παπούτσια, έπρεπε να περάσει πρώτο το μικρό ποτάμι. Δεν το φοβήθηκε, έβγαλε τα παπούτσια, τα κρέμασε στην πλάτη και περπάτησε. Η ώρα περνούσε γρήγορα και το σκοτάδι άρχισε να πέφτει. «Θα κόψω δρόμο από το δάσος», συλλογίστηκε. «Εξάλλου κοντεύω». Ο ήχος τον ξεγέλασε!   Τα κουδούνια από τα πρόβατα δεν ήταν κοντά του, τα έφερνε ο αέρας. Πριν μπει στο δάσος, κοντοστάθηκε στο εικονοστάσι της...

Μια ακόμα ιστορία με τη Σοφία Αλεξίου

Σαν όνειρο Κατέβηκα τις σκάλες. Δεν είχα ξαναβρεθεί ποτέ στο υπόγειο του κάστρου. Συνέχισα να ακολουθώ, σαν υπνωτισμένη, το ξωτικό. Στο τέλος του διαδρόμου, εμφανίστηκε μία πόρτα με φυλλωσιές. Με ένα κατακόκκινο κλειδί, την άνοιξε. Άπλωσε το χέρι και με προσκάλεσε στον κόσμο του! Τι τέλεια μέρα ήταν αυτή! Μία ξωτικούπολη απλωνόταν μπροστά μας! Ανεβήκαμε σε μία καταπράσινη ρόδα που στηριζόταν σε μία φουντωτή βελανιδιά. Κάναμε τσουλήθρα σε έναν λόφο που ήταν γεμάτος γρασίδι και χαμομήλια. Πήραμε μέρος σε διαγωνισμό παγωτού. Έπρεπε να δοκιμάσεις όλες τις γεύσεις που ήταν φτιαγμένες με φρέσκο χιόνι και φρούτα της εξοχής. (Κοιμάμαι; Δεν μπορώ να ξεχωρίσω πια) Σκαρφάλωσα στον βράχο της γνώσης και ζήτησα να μου πει τί θα γίνω όταν μεγαλώσω. Εκείνος μου είπε πως θα γίνω σίγουρα ό,τι αγαπώ. Με μπέρδεψε αλλά νομίζω πως αυτό που μου είπε ήταν καλό. Το βράδυ με φιλοξένησαν σε μία μεταξωτή σκηνή και ο ύπνος με πήρε γλυκά. Ταξίδεψα και συνάντησα πάλι τον μπαμπά. Εκεί που δεν υπήρχε πόνος, ούτε αρρώσ...

Μια ακόμα ιστορία με τη Χριστίνα Κωνσταντουδάκη

Η κούκλα Στέκομαι στη μέση του άδειου πια φοιτητικού μου σπιτιού και κοιτάζω τριγύρω. Η Έρρικα είναι εκεί και με παρατηρεί σιωπηλή. Μα, πότε σιώπησε; Ή μήπως εγώ τη σιώπησα άθελά μου; Μου την έφερε ο Άγιος Βασίλης τα Χριστούγεννα του ’98. Ήταν μια κούκλα με σώμα υφασμάτινο και μέλη πλαστικά. Αμέσως, έγινε το παιδί μου. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, ζητούσα από τη μαμά ένα αδερφάκι. «Τα αδερφάκια κοστίζουν» μου έλεγε. «Θα σου δώσω τα λεφτά από τα κάλαντα» της απαντούσα. Δεν ήθελε. Έτσι κι εγώ, έπαιρνα την Έρρικα μαζί μου παντού. Στο Νηπιαγωγείο, στη θάλασσα, αργότερα στο Δημοτικό. Μεγάλωνα και μεγάλωνε μαζί μου. Ή έτσι εγώ νόμιζα. Η αλήθεια είναι πως είχε μαυρίσει από τα πολλά πλυσίματα και περισσότερο έμοιαζε με αρουραίο παρά με κούκλα. Καλοκαίρι του 2005. Η Έρρικα εφτά κι εγώ δώδεκα. Άρχιζε το Δημοτικό κι εγώ το τελείωνα. Δεν είχα χρόνο, πλέον θα έπρεπε να μάθει να ζει για λίγο μόνη της. Αυτό είπα στον εαυτό μου, μα η αλήθεια είναι πως την ξέχασα στο πάνω ράφι της ντ...

Μια ακόμα ιστορία με τη Μαρία Παχιαδάκη

Σαν δυο κομμάτια από παζλ Αγάπησα τη Μελαχρινή μου από την πρώτη στιγμή που ήρθε στο ταριχευτήριό μου. Αμέσως ένιωσα ότι υπήρχε μια μοναδική σύνδεση μεταξύ μας. Σαν δυο κομμάτια από παζλ χαμένα κάτω απ’ το χαλί για καιρό. Σήμερα το πρωί, η Μελαχρινή μου ανακοίνωσε ότι θα γίνω πατέρας. Όταν το άκουσα, πέταξα από χαρά! Κι εκείνη έλαμπε. Τα μάτια της όμως είχαν μια ακατανόητη έκφραση. Με κοίταζε σαν να με αποχαιρετούσε. Οι προηγούμενοι σύντροφοι της εξαφανίζονταν μόλις μάθαιναν ότι ήταν έγκυος. Όμως εγώ δεν είχα σκοπό να πάω πουθενά. Τουναντίον, τώρα ένιωθα ότι είχαμε γίνει πραγματικά ένα. Ότι είχε έρθει η ώρα να γνωριστούμε βαθύτερα. Όμως, υπήρχε ανάμεσά μας εκείνη η απαγορευμένη αποθήκη. Μια αποθήκη που μου είχε ζητήσει να μην ξεκλειδώσω ποτέ. Τώρα όμως περισσότερο από ποτέ ήταν επιτακτική η ανάγκη μου να μάθω ακόμη και τις πιο μύχιες σκέψεις της. Ήξερα ότι θα έλειπε για πολλές ώρες. Βεβαιώθηκα ότι ο κηπουρός θα παρέμενε απασχολημένος. Άρπαξα το κλειδί. Έτρεξα γρήγορα στην αποθήκη. Άνοι...

Μια ακόμα ιστορία με την Αντιόπη Φραντζή

Δε σε παίρνει... Τους βλέπω που τριγυρίζουν στην αυλή λίγο πριν χτυπήσει το κουδούνι για την προσευχή. Επιτηρώ χαλαρά. Άλλωστε είναι ακόμα πρωί. Τι θα μπορούσε να συμβεί; Θα κοιμούνται όρθια τα μαθητούδια μου, σκέφτομαι τρυφερά. Μετά τον βλέπω. Τον Φώτη που μπαίνει όπως πάντα τοίχο τοίχο, επιφυλακτικά, στις μύτες σχεδόν των παπουτσιών. Κάνει τον γύρο της αυλής και πηγαίνει και στέκεται στη σειρά της τάξης του. Κοιτώντας κάτω. Όπως πάντα. Τοποθετεί την τσάντα με προσοχή. Να μην πατάει καμιά γραμμή, να μην γέρνει. Μόνος, μέσα σε ένα γκρίζο συννεφάκι, σκέφτομαι. Και τότε το μάτι μου πιάνει την κίνηση. Παρατηρώ τη γνωστή ομάδα να πλησιάζει με την αυθάδεια του δωδεκάχρονου, με την έπαρση του παλικαρά, με την ανοησία που παριστάνει την δύναμη στα παιδικά τους ακόμα πρόσωπα. Πλησιάζουν ψιλοτρέχοντας, κάνοντας ότι σπρώχνουν ο ένας τον άλλον. «Έλα ρε μπρο, δώσε μία», τον περιτριγυρίζουν, δεν τον αγγίζουν, ρίχνουν κλεφτές ματιές δεξιά κι αριστερά και μετά δίνουν μια κλωτσιά στη σάκα κι εκε...

Μια ακόμα ιστορία με τον Απόστολο Πάππο

Η γαϊδούρα και το γαϊδούρι Μπήκαμε στο στάδιο εν μέσω αποθέωσης. Ο κόσμος, στριμωγμένος σαν φραγκόσυκα, ζητωκραύγαζε για τους μεγάλους αθλητές. Πρώτο αγώνισμα ήταν το ακόντιο. Ξεκινάω εγώ. Ρίχνω με στυλ. Θα ήταν κάπου είκοσι μέτρα η βολή. Ρίχνει ο Λευτέρης. Λίγο λιγότερο. Το καβάλησα το καλάμι για αρχή. Δεύτερο αγώνισμα σφύρα, σφαίρα, κάτι τέτοιο, δεν θυμόμασταν τη διαφορά. Παίρνω το βαρύ σφαιρίδιο και το ρίχνω με όλη μου τη δύναμη. Ήμουν πιο γεμάτος, τον κέρδισα κι εδώ. Τρίτο αγώνισμα το τετρακοσάρι. Ο σαφώς πιο αδύνατος Λευτέρης με κέρδισε παρά την επιμονή μου. Και οκτακοσάρι να το κάναμε, θα έχανα. Επόμενο αγώνισμα άλμα εις μήκος. Χαμός στο ίσιωμα. Κάπου στα τρία μέτρα και κάτι τα άλματα μας. Πόντο πόντο η πρωτιά και το χώμα να μπαίνει μαζί με πετραδάκια στα παπούτσια σε κάθε μας πήδο. Ώρα για το άλμα εις ύψος, χωρίς στρώμα από κάτω. Η σπεσιαλιτέ μας. Τρέχαμε και σηκώναμε ψαλιδωτά το ένα πόδι μετά το άλλο περνώντας πάνω από τον πήχη δίχως να πέφτουμε κάτω. Σε αυτό το άθλημα είχαμε γ...