Το χάρισμα Το βρήκε στο βάθος του συρταριού, διπλωμένο στα τέσσερα. Οι τσακίσεις του άψογες, όπως τότε. Κοίταξε τις γωνίες του. Ταίριαζαν απόλυτα. Χαμογέλασε. Το έφερε κοντά στη μύτη της και η μυρωδιά του την ταξίδεψε. «Το θέλεις; Χάρισμά σου!» την είχε ρωτήσει κάποτε η γιαγιά της. «Τι είναι αυτό;» «Ένα μαντηλάκι!» «Και τι να το κάνω;» «Μπορείς να το έχεις στην τσάντα σου…» Το πήρε με τα μικρά της χέρια. Αλλά δεν είχε τσάντα. Τι να έκανε με εκείνο το μαντήλι; Άγγιξε το κέντημά του. Τα μοβ λουλουδάκια ήταν στ’ αλήθεια πανέμορφα. Αλλά, πώς να παίξει με ένα μαντήλι; Οι κυρίες της γειτονιάς τύλιγαν το αντίδωρο στην εκκλησία. Ο κύριος Πρόδρομος το ακουμπούσε ελαφρά στο μέτωπό του, όταν είχε ήλιο. Ο κύριος Δημήτρης, ο χτίστης, το έκανε καπέλο δένοντάς έναν κόμπο στις δυο μπροστινές γωνίες κι έναν πίσω. Μα εκείνη τι μπορούσε να κάνει με ένα μαντήλι; Ποτέ δεν έμαθε! Μόνο τα μεσημέρια κοιτούσε τα μοβ, κεντημένα λουλούδια κι έφτιαχνε ιστορίες με μπουκέτα και πριγκίπισσες. Κι όταν έμαθε να σιδερ...