Κρυφτούλι Η γειτονιά μου φημίζεται για το μεγάλο, εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο. Κάποτε έσφιζε από φωνές κι ανθρώπους που πηγαινοέρχονταν. Οι παππούδες των διπλανών σπιτιών μας έλεγαν πως εκεί ζει ένα ολοζώντανο τέρας που καταβροχθίζει μικρά παιδιά, σαν κι εμάς. Εμείς όμως, ως θαρραλέοι πολεμιστές, παίζαμε καθημερινά στην χωμάτινη αλάνα πριν τις σιδερένιες πύλες. Κάθε μεσημέρι μετά το σχολείο, δίναμε το παρών. Κάποιες φορές ήμασταν άτακτοι. Σπαταλούσαμε τις ώρες μας πετώντας πέτρες στα ξύλινα παράθυρα και φτύνοντας τις εξώπορτες των γειτόνων. Μια φορά ο φίλος μας ο Στελλάκης, στην προσπάθειά του να μας εντυπωσιάσει, κατάπιε κατά λάθος τα σάλια που μάζευε για ώρα. Οι απειλές των μεγάλων πως «θα φωνάξουν το τέρας» δεν μας πτοούσαν. «Παίζουμε κρυφτό; Στελλίνα, σειρά σου!» «Πέντε, δέκα, δεκαπέντε, είκοσι…» Στο «είκοσι πέντε» είχαμε γίνει καπνός. Όσο ψάχναμε κρυψώνα, οι σκιές ψήλωσαν κι ο ήλιος χάθηκε πίσω από τα σκουριασμένα φουγάρα. «Ρε σεις, η πόρτα είναι του εργοστασίου είναι ανοιχτή. Μπα...