Το σώμα ξέρει Έτσι κατάλαβα πως μέσα στο επόμενο εικοσιτετράωρο γεννάω. Γιατί το σώμα μου στριφογύριζε ανήσυχο μέσα στο σπίτι και δεν βολευόταν πουθενά. Είχα, παιδί, παρατηρήσει τις γάτες στο πατρικό μου, τη μέρα που γεννούσαν· στριφογύριζαν όμοια από γωνιά σε γωνιά και πουθενά δεν έβρισκαν καταφύγιο. Με τον ίδιο τρόπο, ένα μεσημεράκι του Καλοκαιριού, δεν ήξερε το σώμα μου τι θέλει. Να κατεβώ στη θάλασσα; Να φάω; Να πιω; Να ξαπλώσω; Τα δοκίμαζα όλα, μα μια ακατανόητη αναζήτηση με ηλέκτριζε για κάτι άλλο. Τι; Στο τέλος πετάχτηκα πάνω και πήρα το χωμάτινο μονοπάτι για το λιμάνι, κάτι που ποτέ δεν έκανα μεσημέρι ώρα. Σχεδόν υπνωτισμένη πήγαινα, με τέτοιο άνοιγμα στις αισθήσεις, που εκεί στο γύρισμα του μονοπατιού, μετά το γεφυράκι, είδα τη ζέστη· την καλοκαιρινή μεσημεριάτικη ζέστη να πάλλεται από τους γυμνούς βράχους στο χώμα και πίσω. Συνέχισα να περπατώ, χωρίς σκέψεις. Πήγαινα πάνω από τη θάλασσα, τώρα που τα βαθιά νερά ως την ακτή την έκαναν μπλε, μπλε βαθύ. Κι αίφνης τον είδα. Έν...