Η χαραμάδα Το τζάμι στο παράθυρο ήταν πάντα ανοικτό. Χειμώνα, καλοκαίρι, δεν την ένοιαζε. Στα παντζούρια μόνο άφηνε μια χαραμάδα, στη μέση, εκεί που ενώνονταν τα δυο φύλλα. Κι έτσι είχε το φέγγος της στον δρόμο. Τις ατέλειωτες ώρες της σιωπής της, παρατηρούσε. Ζούσε μέσα από τις ζωές των άλλων. Ήξερε τι ώρα ξεκινούσαν όλοι στη γειτονιά για την δουλειά τους. Πότε επέστρεφαν, πότε έβγαιναν ξανά, τα παιδιά τους πότε και ποιος τα πήγαινε σχολείο. Τις συνήθειες, τις παρέες τους κι από το βήμα τους, καταλάβαινε τι απασχολούσε τον καθένα. Ήξερε τον ήχο από όλα τα αυτοκίνητα της γειτονιάς. Παρατηρούσε ακόμα και τα ρούχα που φορούσαν, κάνοντας πάντα ένα σχόλιο για το χρώμα, την ποιότητα, τη μόδα τους. Μιλούσε μόνη της. Ερωτήσεις κι απαντήσεις η ίδια. Έτσι περνούσε η μέρα της. Πάντα πίσω από εκείνη την χαραμάδα. Ελάχιστα την έβλεπαν στη γειτονιά. Κι όταν έπρεπε να βγει για να ψωνίσει λιγοστά πράγματα για το σπίτι και τη ζήση της, φορούσε ένα μαύρο μαντήλι στο κεφάλι και μια καρό σκουρόχρωμη κ...