Το εισιτήριο Η Άννα απολάμβανε τη θαλπωρή των κλινοσκεπασμάτων της όταν ξαφνικά πετάχτηκε από το κρεβάτι της. Το ρολόι στο κινητό της έδειχνε 6:46· είχε ήδη αργήσει. Το πρωινό φως γλιστρούσε ανάμεσα στα κτίρια και η πόλη ξυπνούσε βιαστικά, όπως κι εκείνη. Πήρε την τσάντα και τα κλειδιά της. Στον δρόμο έτρεχε με βήμα κοφτό, μετρώντας τις πλάκες του πεζοδρομίου σα να ήταν δευτερόλεπτα. Στάθηκε στα ακυρωτικά μηχανήματα του Μετρό ψάχνοντας μηχανικά την τσάντα της. Κλειδιά. Κινητό. Σημειωματάριο. Το χέρι της πάγωσε. Ξανά από την αρχή. Τίποτα. "Το πορτοφόλι;" Ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται. Βρήκε μονάχα ένα ευρώ, σε μία θήκη, ξεχασμένο από ρέστα. Για μια στιγμή, σκέφτηκε να γυρίσει σπίτι. Μα ο χρόνος δεν γύριζε μαζί της. Από μακριά είδε έναν επιβάτη να πλησιάζει. Άπαπα, ούτε να το διανοηθεί! Και μόνο με τη σκέψη κοκκίνισε. Ελπίζοντας σε ένα θαύμα πήγε στο εκδοτήριο, χαμογέλασε αμήχανα στον υπάλληλο και ψιθύρισε "Ξέχασα το πορτοφόλι μου. Θα μπορούσατε μήπως να σας δώσω ένα ...