Οι λύκοι Είχα μόλις φάει μια πελώρια φέτα μερέντα παρέα με την αδερφή μου. Ήταν ώρα για ύπνο, όμως τα ουρλιαχτά των λύκων δε σε αφήνουν εύκολα να κοιμηθείς. Όσο οι λύκοι αλυχτούσαν στο βουνό, ο ευγενικός γίγαντας, που συνήθως αποκαλούσαμε μπαμπά, μας έκλεισε στην αγκαλιά του. Κουλουριαστήκαμε κι η ιστορία ξεκίνησε. Μια ιστορία που δεν την λες στα παιδιά για να κοιμηθούν… Ήταν ένα από τα μεσημέρια εκείνης της εποχής που ο ήλιος βιάζεται να παραδώσει τη σκυτάλη στο φεγγάρι. Το αμούστακο αγόρι είχε πάρει τον δρόμο για το σπίτι. Ο δρόμος ήταν μακρύς και χωμάτινος κι εκείνος, με τα σκισμένα του παπούτσια, έπρεπε να περάσει πρώτο το μικρό ποτάμι. Δεν το φοβήθηκε, έβγαλε τα παπούτσια, τα κρέμασε στην πλάτη και περπάτησε. Η ώρα περνούσε γρήγορα και το σκοτάδι άρχισε να πέφτει. «Θα κόψω δρόμο από το δάσος», συλλογίστηκε. «Εξάλλου κοντεύω». Ο ήχος τον ξεγέλασε! Τα κουδούνια από τα πρόβατα δεν ήταν κοντά του, τα έφερνε ο αέρας. Πριν μπει στο δάσος, κοντοστάθηκε στο εικονοστάσι της...