Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Μια ακόμα ιστορία με την Ελένη Μπετεινάκη

Η χαραμάδα

Το τζάμι στο παράθυρο ήταν πάντα ανοικτό. Χειμώνα, καλοκαίρι, δεν την ένοιαζε. Στα παντζούρια μόνο άφηνε μια χαραμάδα, στη μέση, εκεί που ενώνονταν τα δυο φύλλα. Κι έτσι είχε το φέγγος της στον δρόμο. Τις ατέλειωτες ώρες της σιωπής της, παρατηρούσε. Ζούσε μέσα από τις ζωές των άλλων. Ήξερε τι ώρα ξεκινούσαν όλοι στη γειτονιά για την δουλειά τους. Πότε επέστρεφαν, πότε έβγαιναν ξανά, τα παιδιά τους πότε και ποιος τα πήγαινε σχολείο. Τις συνήθειες, τις παρέες τους κι από το βήμα τους, καταλάβαινε τι απασχολούσε τον καθένα. Ήξερε τον ήχο από όλα τα αυτοκίνητα της γειτονιάς. Παρατηρούσε ακόμα και τα ρούχα που φορούσαν, κάνοντας πάντα ένα σχόλιο για το χρώμα, την ποιότητα, τη μόδα τους. Μιλούσε μόνη της. Ερωτήσεις κι απαντήσεις η ίδια. Έτσι περνούσε η μέρα της. Πάντα πίσω από εκείνη την χαραμάδα.

Ελάχιστα την έβλεπαν στη γειτονιά. Κι όταν έπρεπε να βγει για να ψωνίσει λιγοστά πράγματα για το σπίτι και τη ζήση της, φορούσε ένα μαύρο μαντήλι στο κεφάλι και μια καρό σκουρόχρωμη καπαρντίνα, ξεφτισμένη στις άκρες από τα χρόνια. Ίδια ρούχα χειμώνα, καλοκαίρι. Λέγαν πως στα νιάτα της ήταν η ομορφότερη κοπέλα στο χωριό. Tα πιο όμορφα πράσινα μάτια και τα μαλλιά της μακριά σγουρά πορτοκαλοκόκκινα. Ερωτεύτηκε κάποτε ένα νέο λαουτιέρη που ‘χε έρθει από τα Χανιά, αλλά ο πατέρας της δεν ήθελε να ακούσει κουβέντα. Πως θα την αποχωρίζονταν, ποιος θα τον φρόντιζε στα γηρατειά του; Η γυναίκα του έφυγε νωρίς όταν το κοριτσάκι του ήταν μόλις πέντε χρονών. Ορφανό από μάνα κι εκείνος από γυναίκα. Κι ύστερα που ξανακούστηκε η Ρενάτα του καπετάν Στρατή με μουσικάντη; Της έστειλαν δυο φορές το προξενιό, πρωτάκουστο για εκείνες τις εποχές. Ο καπετάνιος όμως αρνιόταν πεισματικά. Είχε άλλα όνειρα για την μοσχοθυγατέρα του. Κι η κοπέλια μαράζωσε από τον καημό. Την έστειλε στη Χώρα σε μια ξακουστή κλινική εκείνα τα χρόνια και χάθηκε για ένα μεγάλο διάστημα από το χωριό. Όταν επέστρεψε, τα πράσινα μάτια της είχαν γίνει θολά και κοιτούσαν σαν χαμένα…

Ο καπετάν Στρατής πέθανε λίγο μετά από την πίκρα των λόγων και της ψυχής του. Η Ρενάτα φόρεσε πια εκείνο το μαύρο μαντήλι στο κεφάλι και κανένας , κανένας δεν είδε ξανά εκείνα τα σγουρομάλλικα πορτοκαλί μαλλιά της.


Η Ελένη Μπετεινάκη γεννήθηκε στις Αρχάνες και ζει στο Ηράκλειο Κρήτης. Είναι νηπιαγωγός, αφηγείται ιστορίες και παραμύθια, ενώ έχει γράψει αρκετά βιβλία για παιδιά κι ένα για ενήλικες. Αγαπά το διάβασμα, την Ιστορία, τη λαογραφία, τη θάλασσα, τη φωτογραφία και το ποδήλατό της. Αρθρογραφεί από το 2010 κι έχει κάνει ραδιοφωνικές εκπομπές και podcast με θέμα το βιβλίο. Έχει το blog «Ζητούνται Αναγνώστες» και την εβδομαδιαία στήλη «Τα παραμύθια του Σαββάτου» στη σελίδα cretalive.gr. Το 2015 της απονεμήθηκε από τον Κύκλο Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου το Βραβείο σε Νηπιαγωγό «Κούλα Κουλουμπή», για την εισαγωγή των παιδιών της προσχολικής ηλικίας στον κόσμο του παιδικού βιβλίου με τους πιο ευφάνταστους τρόπους. Το αληθινό στοιχείο: «Στην αγορά, εκεί όπου κάποτε ήταν το μπακάλικο του πατέρα μου, ζούσε σε ένα στενό δρομάκι μια γυναίκα κυρτωμένη από τα χρόνια που φορούσε πάντα μαύρα ρούχα και μαύρο μαντήλι στα μαλλιά. Πάντα μόνη και λιγομίλητη, μας κάρφωνε με τα μάτια της κάθε φορά που την κρυφοκοιτούσαμε. Οι μεγάλοι δεν μιλούσαν ποτέ για αυτή. Η Χαραμάδα είναι μια από τις ιστορίες μου για εκείνη.»

Η χαραμάδα © 2026 by Ελένη Μπετεινάκη is licensed under Creative Commons Attribution-NonCommercial-NoDerivatives 4.0 International

Σχόλια