Η χαραμάδα
Το τζάμι στο παράθυρο ήταν πάντα ανοικτό. Χειμώνα, καλοκαίρι, δεν την ένοιαζε. Στα παντζούρια μόνο άφηνε μια χαραμάδα, στη μέση, εκεί που ενώνονταν τα δυο φύλλα. Κι έτσι είχε το φέγγος της στον δρόμο. Τις ατέλειωτες ώρες της σιωπής της, παρατηρούσε. Ζούσε μέσα από τις ζωές των άλλων. Ήξερε τι ώρα ξεκινούσαν όλοι στη γειτονιά για την δουλειά τους. Πότε επέστρεφαν, πότε έβγαιναν ξανά, τα παιδιά τους πότε και ποιος τα πήγαινε σχολείο. Τις συνήθειες, τις παρέες τους κι από το βήμα τους, καταλάβαινε τι απασχολούσε τον καθένα. Ήξερε τον ήχο από όλα τα αυτοκίνητα της γειτονιάς. Παρατηρούσε ακόμα και τα ρούχα που φορούσαν, κάνοντας πάντα ένα σχόλιο για το χρώμα, την ποιότητα, τη μόδα τους. Μιλούσε μόνη της. Ερωτήσεις κι απαντήσεις η ίδια. Έτσι περνούσε η μέρα της. Πάντα πίσω από εκείνη την χαραμάδα.Ελάχιστα την έβλεπαν στη γειτονιά. Κι όταν έπρεπε να βγει για να ψωνίσει λιγοστά πράγματα για το σπίτι και τη ζήση της, φορούσε ένα μαύρο μαντήλι στο κεφάλι και μια καρό σκουρόχρωμη καπαρντίνα, ξεφτισμένη στις άκρες από τα χρόνια. Ίδια ρούχα χειμώνα, καλοκαίρι. Λέγαν πως στα νιάτα της ήταν η ομορφότερη κοπέλα στο χωριό. Tα πιο όμορφα πράσινα μάτια και τα μαλλιά της μακριά σγουρά πορτοκαλοκόκκινα. Ερωτεύτηκε κάποτε ένα νέο λαουτιέρη που ‘χε έρθει από τα Χανιά, αλλά ο πατέρας της δεν ήθελε να ακούσει κουβέντα. Πως θα την αποχωρίζονταν, ποιος θα τον φρόντιζε στα γηρατειά του; Η γυναίκα του έφυγε νωρίς όταν το κοριτσάκι του ήταν μόλις πέντε χρονών. Ορφανό από μάνα κι εκείνος από γυναίκα. Κι ύστερα που ξανακούστηκε η Ρενάτα του καπετάν Στρατή με μουσικάντη; Της έστειλαν δυο φορές το προξενιό, πρωτάκουστο για εκείνες τις εποχές. Ο καπετάνιος όμως αρνιόταν πεισματικά. Είχε άλλα όνειρα για την μοσχοθυγατέρα του. Κι η κοπέλια μαράζωσε από τον καημό. Την έστειλε στη Χώρα σε μια ξακουστή κλινική εκείνα τα χρόνια και χάθηκε για ένα μεγάλο διάστημα από το χωριό. Όταν επέστρεψε, τα πράσινα μάτια της είχαν γίνει θολά και κοιτούσαν σαν χαμένα…
Ο καπετάν Στρατής πέθανε λίγο μετά από την πίκρα των λόγων και της ψυχής του. Η Ρενάτα φόρεσε πια εκείνο το μαύρο μαντήλι στο κεφάλι και κανένας , κανένας δεν είδε ξανά εκείνα τα σγουρομάλλικα πορτοκαλί μαλλιά της.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου