Tο Σκωτσεζάκι
Είχε αγοράσει τα
ρούχα σε κάποιο ταξίδι του στη βόρεια Αγγλία. Τα διάλεξε με γούστο, όπως πάντα,
όλα ασορτί: το καρό παλτουδάκι, το παντελόνι, το καπέλο, το κασκόλ.
Όταν γύρισε στην
Ελλάδα, δεν έβλεπε την ώρα να με ντύσει με αυτά.
«Πωπω, ένα
Σκωτσεζάκι!», έκαναν χάζι γιαγιάδες και θείες. Με πήρε από το χέρι και πήγαμε
στο φωτογραφείο του Λάκη. Στη φωτογραφία, το Σκωτσεζάκι χαμογελούσε
σκανταλιάρικα, με ένα ονειρεμένο τοπίο στο βάθος.
«Σαν ζωγραφιά
είναι!», ενθουσιάστηκε ο Λάκης και έβαλε τη φωτογραφία σε περίοπτη θέση στη
βιτρίνα για να φαίνεται η τέχνη του.
Το Σκωτσεζάκι
έμεινε εκεί.
Όταν περνούσα μπροστά από τη βιτρίνα στο
νηπιαγωγείο και στις πρώτες τάξεις του
Δημοτικού, κοιτούσα τη φωτογραφία και καμάρωνα που ο Λάκης ξεχώρισε τη φάτσα
μου ανάμεσα σε τόσα παιδιά.
Μετά,
πλησιάζοντας στα τέλη του Δημοτικού, το Σκωτσεζάκι άρχισε να μου σπάει τα
νεύρα, να το αντιπαθώ. Όταν οι συμμαθητές μου με ρωτούσαν αν ήμουν εγώ στη
φωτογραφία της βιτρίνας, απαντούσα ξινισμένη: “Nαι, εγώ είμαι χρόοοοονια πριν. Ο πατέρας μου με
έντυσε έτσι όταν ήμουν μωρό!»
Στο Γυμνάσιο, το
Σκωτσεζάκι παρέμενε εκεί, ακλόνητο, με το χαμόγελο στα χείλη, χωρίς άγχη, χωρίς
ασκήσεις στα μαθηματικά που δεν τα καταλάβαινε, χωρίς εξετάσεις για το Lower, χωρίς περίοδο…
Στο Λύκειο,
όποτε τύχαινε να πέσει το βλέμμα μου
επάνω του, ένιωθα ζήλια. Το πιτσιρίκι στη βιτρίνα ήταν μες στην ανεμελιά και
χασκογέλαγε, παρότι είχε χλωμιάσει λίγο από τον καιρό, ενώ εγώ έτρεχα και δεν
έφτανα με τα φροντιστήρια και το διάβασμα για τις Πανελλαδικές.
Τα χρόνια
πέρασαν, έφυγα από την πόλη, το φωτογραφείο του Λάκη έκλεισε.
Ξανασυναντήθηκα
με το Σκωτσεζάκι πρόσφατα, ξεφυλλίζοντας ένα παλιό άλμπουμ με φωτογραφίες. Με
κοιτούσε πάντα χαμογελαστό και αθώο. Βλέπεις, τότε δεν μάντευε τη συνέχεια, δεν
ήξερε ότι όλα αλλάζουν, ότι η ζωή είναι κύκλοι που ανοίγουν και κλείνουν, ότι ο
χρόνος είναι κλέφτης μεγάλος και κλέβει ακόμη και τους μπαμπάδες με το ωραίο
γούστο από τη ζωή μας.
«Μείνε για πάντα
εκεί, Σκωτσεζάκι!», μουρμούρισα και χάιδεψα τη φωτογραφία τρυφερά. Αλλά εκείνο
δε «μάσησε». Μου έκλεισε το μάτι, πήδησε έξω από το άλμπουμ και κρύφτηκε μέσα
μου.
Η Χριστίνα Κασιντή κατάγεται από την Κόρινθο. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο ΕΚΠΑ και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στον Αμερικανικό Πολιτισμό στο Πανεπιστήμιο του Exeter. Ζει στην Κορινθία με την οικογένεια της και εργάζεται ως καθηγήτρια Αγγλικών στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Λατρεύει τα ταξίδια και το διάβασμα. Ξεκίνησε να πλέκει τις λέξεις φτιάχνοντας ιστορίες ως μαθήτρια στο Δημοτικό και συνεχίζει. Η Χριστίνα συγκινείται όταν θυμάται το Σκωτσεζάκι, αλλά έχει πια πειστεί ότι εκείνο το πιτσιρίκι κατοικεί σήμερα μέσα της, σωστό ζιζάνιο, πάντα έτοιμο να ξεμυτίσει κάθε φορά που συλλαμβάνει την ιδέα για μια νέα ιστορία...
Tο Σκωτσεζάκι © 2026 by Χριστίνα Κασιντή is licensed under Creative Commons Attribution-NonCommercial-NoDerivatives 4.0 International
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου