Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Μια ακόμα ιστορία με την Κωνσταντίνα Τζιόλα

Οι λύκοι

Είχα μόλις φάει μια πελώρια φέτα μερέντα παρέα με την αδερφή μου. Ήταν ώρα για ύπνο, όμως τα ουρλιαχτά των λύκων δε σε αφήνουν εύκολα να κοιμηθείς.

Όσο οι λύκοι αλυχτούσαν στο βουνό, ο ευγενικός γίγαντας, που συνήθως αποκαλούσαμε μπαμπά, μας έκλεισε στην αγκαλιά του. Κουλουριαστήκαμε κι η ιστορία ξεκίνησε. Μια ιστορία που δεν την λες στα παιδιά για να κοιμηθούν…

Ήταν ένα από τα μεσημέρια εκείνης της εποχής που ο ήλιος βιάζεται να παραδώσει τη σκυτάλη στο φεγγάρι. Το αμούστακο αγόρι είχε πάρει τον δρόμο για το σπίτι. Ο δρόμος ήταν μακρύς και χωμάτινος κι εκείνος, με τα σκισμένα του παπούτσια, έπρεπε να περάσει πρώτο το μικρό ποτάμι. Δεν το φοβήθηκε, έβγαλε τα παπούτσια, τα κρέμασε στην πλάτη και περπάτησε.

Η ώρα περνούσε γρήγορα και το σκοτάδι άρχισε να πέφτει. «Θα κόψω δρόμο από το δάσος», συλλογίστηκε. «Εξάλλου κοντεύω». Ο ήχος τον ξεγέλασε!  Τα κουδούνια από τα πρόβατα δεν ήταν κοντά του, τα έφερνε ο αέρας.

Πριν μπει στο δάσος, κοντοστάθηκε στο εικονοστάσι της Αγίας Μαρίνας, άνοιξε το μικρό πορτάκι και πήρε από μέσα ένα κουτάκι σπίρτα. «Αμαρτία» όμως τα έχωσε στην τσέπη του. Περπατούσε και σφύριζε.

Τα ουρλιαχτά των λύκων άρχισαν να τον περικυκλώνουν. Άρχισε να περπατάει γρήγορα, κλοτσούσε πέτρες και σφύριζε. Άναβε ένα σπίρτο για κάθε ουρλιαχτό που άκουγε. Οι λύκοι ήταν κοντά, τους μύριζε. Η τραχιά γούνα των αρσενικών τον κύκλωσε. Άναψε το τελευταίο σπίρτο και ψιθύρισε: «Παναγιά μου…». Έδωσε μια κλοτσιά στην τελευταία πέτρα. Οι λύκοι ήταν πλέον πίσω του. Ένα τελευταίο ουρλιαχτό ακούστηκε, μα κόπηκε στη μέση από τη δύναμη του Τόνι, του γενναίου ποιμενικού, που τον έσωσε. Πίσω του μια μάνα, χαμένη μέσα στη νύχτα, ούρλιαζε για το παιδί της.

Είχαμε αποκοιμηθεί. Ο ύπνος μας διακόπηκε από τα ουρλιαχτά. Οι σκύλοι κυνηγούσαν τους λύκους.

Όταν ο ήλιος ανέβηκε ψηλά, δυο μοσχίδες του κοπαδιού δεν είχαν γλιτώσει. Τα λανάρια των σκύλων είχαν κοπεί από την άγρια πάλη. Ο Μίμο, ο πιο γενναίος των σκύλων, καθόταν ηττημένος στο μαντρί. Όταν αντικρίσαμε το πρώτο νεκρό ζώο, ο γίγαντας αποκρίθηκε:

«Της ειρωνείας τύχη… κάποιον έπρεπε να φάνε οι λύκοι.»

Ονομάζομαι Κωνσταντίνα Τζιόλα και ζω σε ένα ημιορεινό χωριό, στους πρόποδες του Κισσάβου. Μου αρέσει να γράφω ιστορίες εμπνευσμένες από τη μητέρα φύση και τα παιδιά μου. Μεγάλωσα στα Γρεβενά, στην περιοχή των μεταλλείων της Ζάβορδας, ο παππούς με τον μπαμπά διατηρούσαν μονάδα με αγελάδες. Εκεί περνούσαμε τα Σαββατοκύριακα βοηθώντας τον παππού. Μαζί με τη μεγάλη μου αδερφή έχουμε ζήσει εξαιρετικά επικίνδυνες καταστάσεις, ακούγοντας όλες τις ιστορίες τους. Το αληθινό στοιχείο της ιστορίας είναι… όλη η ιστορία. Έχουν κυκλοφορήσει δύο παιδικά μου βιβλία: «Η Παραμυθιά» (εκδ. Iwrite) και «Ο Πλάτανος των Χριστουγέννων» (εκδ. Ηράκλειτος). Επίσης αρκετά ποιήματα μου σε ανθολογίες. Τέλος διατηρώ το εργαστήριο φιλαναγνωσίας «Παραμυθολόγιο»

Μερικές πληροφορίες:

Η απόσταση που έπρεπε να διανύσει το αγόρι: από το χωριό Αιανή Κοζάνης, περίπου 25 χλμ. (6 ώρες περπάτημα).

Μοσχίδα ονομάζουμε τη νεαρή αγελάδα.

Λανάρια λέμε τα καρφιά που φορούν τα τσοπανόσκυλα στον λαιμό.

Οι λύκοι © 2025 by Κωνσταντίνα Τζιόλα is licensed under Creative Commons Attribution-NonCommercial-NoDerivatives 4.0 International

Διαβάστε όλες τις συμμετοχές στη συγγραφική πρόκληση "Μια ακόμα ιστορία" εδώ.

Σχόλια