Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Μια ακόμα ιστορία με την Έφη Φωτεινού

Το κεχριμπαράκι του παππού

Τον περίμενε με ανυπομονησία, κοιτώντας συνέχεια το ρολόι. Από στιγμή σε στιγμή, θα χτυπούσε το κουδούνι, θα άνοιγε και θα τον έβλεπε να ανεβαίνει τα σκαλιά, αργά, με το χέρι της μαμάς στο μπράτσο.

Θα την αγκάλιαζε σφιχτά, «κεχριμπαράκι μου» θα της έλεγε. «Ήρθα πρώτα από το σπίτι σου να γνωρίσω το δισέγγονό μου» και στη συνέχεια, θα έσκυβε πάνω από την κούνια και θα ψιθύριζε «έγινες μάνα, κορίτσι μου» με την τρυφερότητα που τον χαρακτήριζε.

Χτύπησε το κουδούνι και έτρεξε σαν παιδί. Στο κατώφλι όμως, στεκόταν ο άντρας της.

«Τι έγινε; Γιατί δεν είσαι στη δουλειά;» ρώτησε. Η φωνή της ακούστηκε ραγισμένη χωρίς να ξέρει ακόμα το γιατί. Ίσως να ήταν το βλέμμα του που την τρόμαξε.

«Ο παππούς… έφυγε».

«Τι λες;» Το μυαλό της δεν μπορούσε να επεξεργαστεί την πληροφορία που της δόθηκε.

«Έγινε ξαφνικά...»

Συνειδητοποίησε το νόημα των λέξεων αλλά δεν μπορούσε να το δεχτεί.

«Μα, μιλήσαμε πριν λίγες ώρες...».

«Έφυγε όπως ήθελε, όρθιος. Χωρίς να καταλάβει τίποτα», προσπάθησε να την παρηγορήσει;

Δεν έκλαψε αμέσως. Το σοκ έχει έναν δικό του τρόπο να σε παγώνει.

Η φωνή του μωρού οδήγησε τα βήματά της στην κούνια. Το πήρε αγκαλιά να το θηλάσει, μα το γάλα δεν κατέβαινε. Έτσι ξαφνικά, όπως απροσδόκητα είχε χάσει τον παππού της. Την πλημμύρισε το παράπονο, μια αίσθηση αδικίας για την τύχη που της τον στέρησε, που δεν τους χάρισε λίγο ακόμα χρόνο. Που η άφιξη του πλοίου στο λιμάνι δεν έγινε γιορτή αλλά πένθος.

Ευτυχώς είχα στείλει φωτογραφίες στο νησί, σκέφτηκε χαζά. Πρόλαβε έστω να το δει, μέσω από αυτές. Όπως και το μωρό θα τον γνώριζε μέσα από αποτυπωμένα χαμόγελα σε κορνίζες.

Θα του μιλούσε εκείνη για τον παππού Αντώνη. Για τον καλό, δίκαιο και δοτικό άνθρωπο που οι λέξεις και οι πράξεις του στήριζαν, ενδυνάμωναν και πρόσφεραν ασφάλεια. Για τα καλοκαίρια μαζί του στο νησί.

Δεν χάνονται και δεν ξεχνιούνται ποτέ αυτοί οι άνθρωποι. Φεύγουν όρθιοι, όπως δε γονάτισαν ποτέ, και σε διδάσκουν και σένα να πέφτεις εφτά φορές και να σηκώνεσαι οχτώ.

Κάθε φορά που θα ένιωθε να λυγίζει, θα άκουγε τη φωνή του στο κεφάλι της: «Κεχριμπαράκι μου, όρθια». Ξεκινώντας από αυτήν τη στιγμή.


Η Έφη Φωτεινού σπούδασε μάρκετινγκ στην Αγγλία και αρθρογράφησε σε διάφορα site, μέχρι να αποκτήσει το δικό της Blog, το "Νουαζέτα με φουντούκι". Εκεί γράφει ασταμάτητα μέχρι σημείου τενοντίτιδας, πασπαλίζει με σουρεαλισμό και πατάει σε παράλληλα σύμπαντα. Μιλάει για τα σοβαρά σαν να λέει αστεία και το ανάποδο και δεν έχει καλύτερο από το να γράφει ευθυμογραφήματα. Ένα τέτοιο ήθελε να δώσει στην εν λόγω στήλη αλλά αβίαστα της βγήκε το κείμενο που μόλις διαβάσατε. Ο γιος της ήταν τριών μηνών όταν ο παππούς της που ταξίδευε από τον Αη Στράτη στην Αθήνα για να τον γνωρίσει, άλλαξε απροσδόκητα και ακούσια προορισμό και έφυγε για το μεγάλο ταξίδι. Του είχε μεγάλη αδυναμία, όπως και όλα του τα εγγόνια. Έχουν εκδοθεί δύο παιδικά βιβλία της από τις Εκδόσεις Παρισιάνου και ένα μυθιστόρημα, η «Οδός Σχεδίας» από τις Εκδόσεις Memento. Έχει ακόμα πολλές ιστορίες, που περιμένουν υπομονετικά να πάρουν το πράσινο φως των Εκδοτικών Οίκων. Είπαμε, γράφει ασταμάτητα σε σημείο τενοντίτιδας.

Το κεχριμπαράκι του παππού © 2025 by Έφη Φωτεινού is licensed under Creative Commons Attribution-NonCommercial-NoDerivatives 4.0 International

Διαβάστε όλες τις συμμετοχές στη συγγραφική πρόκληση "Μια ακόμα ιστορία" εδώ.

Σχόλια