Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Μια ακόμα ιστορία με τη Χρυσάνθη Τσιαμπαλή

Τα τελευταία παιδιά

Η δήμαρχος Μίντλετον ξεκινά τα πρωινά της από την παιδική χαρά εδώ και χρόνια. Κάνει τραμπάλα με τον διευθυντή της Κεντρικής Τράπεζας, τον κύριο Ζιντ.

Και έπειτα πάντα λίγη κούνια. Δεν ανεβαίνουν όμως ποτέ στον μύλο. Οι ανεξέλεγκτες περιστροφές πρέπει να αποφεύγονται στην ηλικία τους.

«Χρόνια περιμένουμε αυτό το πράγμα να σκουριάσει», παρατηρεί η δήμαρχος κοιτώντας τον μύλο από απόσταση.

«Μα έχει σκουριάσει! Χθες το έσπρωξα με όση δύναμη είχα. Έμεινε ακούνητο σα βιδωμένο».

«Τι μου λέτε! Επιτέλους ήρθε η ώρα να το κάνουμε παγκάκι. Ραντεβού το απόγευμα εδώ για τον καφέ μας, κύριε Ζιντ!»

«Εξαιρετικά! Και η μεγάλη τσουλήθρα; Έχει αρχίσει και αυτή να μας παιδεύει… Προχθές η γιατρός Κρόχεν, σε μια προσπάθεια να τσουλήσει, κουτρουβάλησε άτσαλα. Γέμισε καρούμπαλα και μελανιές».

«Μην ανησυχείτε, η μεγάλη τσουλήθρα θα γίνει αναγνωστήριο. Ας χρησιμοποιούμε μόνο τη μικρή, που είναι ασφαλής. Ορίστε, ο κύριος Μπάουμαν πλησιάζει κιόλας με το βιβλίο του. Υπέροχο μέρος για όποιον θέλει να διαβάζει και να αγναντεύει από ψηλά».

«Σας θαυμάζω! Βρίσκεται πάντα τις καλύτερες λύσεις, αγαπητή δήμαρχε».

«Αυτό οφείλω να κάνω, κύριε Ζιντ. Στον καιρό μας οι παιδικές χαρές δεν ήταν τόσο ωραίες. Και όταν, αργότερα, τις κάναμε ωραίες, δεν υπήρξαν πια παιδιά για να παίξουν».

«Κάναμε καλά, λέτε;»

«Που φτιάξαμε τόσο ωραίες παιδικές χαρές;»

«Που δεν φέραμε παιδιά στον κόσμο. Που η πόλη μας έμεινε χωρίς παιδιά».

«Α! Αυτό! Κάθε ζευγάρι είχε τους λόγους του. Αυτό είναι μια προσωπική επιλογή των ανθρώπων, κύριε διευθυντά. Έτσι δεν είναι;»

«Ξέρετε, μου είπαν… κυκλοφορεί μια φήμη δηλαδή. Είδαν στο λιμάνι ένα παιδί».

«Αποκλείεται. Αυτά λέγονται κατά καιρούς. Καμία νέα γέννηση δεν έχει καταγραφεί στο ληξιαρχείο εδώ και 50 χρόνια».

«Κάνεις δεν ξέρει καλύτερα από εσάς».

«Είμαστε τα τελευταία παιδιά, κύριε Ζιντ, και αυτή η παιδική χαρά μάς ανήκει».

«Εμπρός, λοιπόν, αγαπητή δήμαρχε, κουνήστε με λίγο. Δυσκολεύομαι να βάλω δύναμη μόνος μου».


Η Χρυσάνθη Τσιαμπαλή γεννήθηκε το 1975 στη Λάρισα, όπου ζει. Είναι πτυχιούχος του Παιδαγωγικού Τμήματος Νηπιαγωγών του ΑΠΘ και κάτοχος του μεταπτυχιακού διπλώματος Φιλοσοφία και Τέχνες του ΕΑΠ. Έχουν κυκλοφορήσει πολλά βιβλία της για μικρά και μεγάλα παιδιά. Ανάμεσά τους: το Ένα ποντίκι αλλιώτικο από τα άλλα (Ψυχογιός, 2008) τιμήθηκε με το Βραβείο «Πηνελόπη Μαξίμου» από τον Κύκλο του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου, οι Ζωγράφοι του Ουρανού (Ελληνοεκδοτική, 2019) διακρίθηκε με την Εύφημο Μνεία από τη Γ.Λ.Σ., το Ρόζα Παρκς: Για μια θέση στον κόσμο (Ψυχογιός, 2022, 2025) ήταν υποψήφιο για το βραβείο Βιβλίου Γνώσεων του περιοδικού ο Αναγνώστης 2023 και για το βραβείο Εφηβικού Βιβλίου στα Βραβεία Κοινού Public 2023. Το περασμένο καλοκαίρι διάβασε στο διαδίκτυο το άρθρο της Καθημερινής «Το αυξανόμενο κόστος στέγασης δημιουργεί πόλεις χωρίς παιδιά». Λίγο αργότερα, σε έναν περίπατο προς τη θάλασσα, κοντοστάθηκε στην προσεγμένη, αλλά άδεια εκείνη την ώρα, παιδική χαρά. «Τι θα γινόταν μια παιδική χαρά σε έναν κόσμο χωρίς παιδιά;» αναρωτήθηκε, ενώ κουνιόταν ήδη σε μια απ’ τις κούνιες. Και κάπως έτσι γεννήθηκαν Τα τελευταία παιδιά.

Διαβάστε όλες τις συμμετοχές στη συγγραφική πρόκληση "Μια ακόμα ιστορία" εδώ.

Σχόλια