Δε σε παίρνει... Τους βλέπω που τριγυρίζουν στην αυλή λίγο πριν χτυπήσει το κουδούνι για την προσευχή. Επιτηρώ χαλαρά. Άλλωστε είναι ακόμα πρωί. Τι θα μπορούσε να συμβεί; Θα κοιμούνται όρθια τα μαθητούδια μου, σκέφτομαι τρυφερά. Μετά τον βλέπω. Τον Φώτη που μπαίνει όπως πάντα τοίχο τοίχο, επιφυλακτικά, στις μύτες σχεδόν των παπουτσιών. Κάνει τον γύρο της αυλής και πηγαίνει και στέκεται στη σειρά της τάξης του. Κοιτώντας κάτω. Όπως πάντα. Τοποθετεί την τσάντα με προσοχή. Να μην πατάει καμιά γραμμή, να μην γέρνει. Μόνος, μέσα σε ένα γκρίζο συννεφάκι, σκέφτομαι. Και τότε το μάτι μου πιάνει την κίνηση. Παρατηρώ τη γνωστή ομάδα να πλησιάζει με την αυθάδεια του δωδεκάχρονου, με την έπαρση του παλικαρά, με την ανοησία που παριστάνει την δύναμη στα παιδικά τους ακόμα πρόσωπα. Πλησιάζουν ψιλοτρέχοντας, κάνοντας ότι σπρώχνουν ο ένας τον άλλον. «Έλα ρε μπρο, δώσε μία», τον περιτριγυρίζουν, δεν τον αγγίζουν, ρίχνουν κλεφτές ματιές δεξιά κι αριστερά και μετά δίνουν μια κλωτσιά στη σάκα κι εκε...