Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Welcome to/ Καλώς ήλθατε στο Another Tale

Πρόσφατες αναρτήσεις

Μια ακόμα ιστορία με την Αντιόπη Φραντζή

Δε σε παίρνει... Τους βλέπω που τριγυρίζουν στην αυλή λίγο πριν χτυπήσει το κουδούνι για την προσευχή. Επιτηρώ χαλαρά. Άλλωστε είναι ακόμα πρωί. Τι θα μπορούσε να συμβεί; Θα κοιμούνται όρθια τα μαθητούδια μου, σκέφτομαι τρυφερά. Μετά τον βλέπω. Τον Φώτη που μπαίνει όπως πάντα τοίχο τοίχο, επιφυλακτικά, στις μύτες σχεδόν των παπουτσιών. Κάνει τον γύρο της αυλής και πηγαίνει και στέκεται στη σειρά της τάξης του. Κοιτώντας κάτω. Όπως πάντα. Τοποθετεί την τσάντα με προσοχή. Να μην πατάει καμιά γραμμή, να μην γέρνει. Μόνος, μέσα σε ένα γκρίζο συννεφάκι, σκέφτομαι. Και τότε το μάτι μου πιάνει την κίνηση. Παρατηρώ τη γνωστή ομάδα να πλησιάζει με την αυθάδεια του δωδεκάχρονου, με την έπαρση του παλικαρά, με την ανοησία που παριστάνει την δύναμη στα παιδικά τους ακόμα πρόσωπα. Πλησιάζουν ψιλοτρέχοντας, κάνοντας ότι σπρώχνουν ο ένας τον άλλον. «Έλα ρε μπρο, δώσε μία», τον περιτριγυρίζουν, δεν τον αγγίζουν, ρίχνουν κλεφτές ματιές δεξιά κι αριστερά και μετά δίνουν μια κλωτσιά στη σάκα κι εκε...

Μια ακόμα ιστορία με τον Απόστολο Πάππο

Η γαϊδούρα και το γαϊδούρι Μπήκαμε στο στάδιο εν μέσω αποθέωσης. Ο κόσμος, στριμωγμένος σαν φραγκόσυκα, ζητωκραύγαζε για τους μεγάλους αθλητές. Πρώτο αγώνισμα ήταν το ακόντιο. Ξεκινάω εγώ. Ρίχνω με στυλ. Θα ήταν κάπου είκοσι μέτρα η βολή. Ρίχνει ο Λευτέρης. Λίγο λιγότερο. Το καβάλησα το καλάμι για αρχή. Δεύτερο αγώνισμα σφύρα, σφαίρα, κάτι τέτοιο, δεν θυμόμασταν τη διαφορά. Παίρνω το βαρύ σφαιρίδιο και το ρίχνω με όλη μου τη δύναμη. Ήμουν πιο γεμάτος, τον κέρδισα κι εδώ. Τρίτο αγώνισμα το τετρακοσάρι. Ο σαφώς πιο αδύνατος Λευτέρης με κέρδισε παρά την επιμονή μου. Και οκτακοσάρι να το κάναμε, θα έχανα. Επόμενο αγώνισμα άλμα εις μήκος. Χαμός στο ίσιωμα. Κάπου στα τρία μέτρα και κάτι τα άλματα μας. Πόντο πόντο η πρωτιά και το χώμα να μπαίνει μαζί με πετραδάκια στα παπούτσια σε κάθε μας πήδο. Ώρα για το άλμα εις ύψος, χωρίς στρώμα από κάτω. Η σπεσιαλιτέ μας. Τρέχαμε και σηκώναμε ψαλιδωτά το ένα πόδι μετά το άλλο περνώντας πάνω από τον πήχη δίχως να πέφτουμε κάτω. Σε αυτό το άθλημα είχαμε γ...

Μια ακόμα ιστορία με την Ελισάβετ Αρκολάκη

Η ψευδαίσθηση της γαλήνης Ξαπλωμένη, χώνω τις πατούσες μου μέσα στην άμμο κι έχω την αίσθηση πως βουλιάζω ολόκληρη μέσα σε πούδρα ταλκ. Η άμμος εδώ είναι πιο ψιλή σε σύγκριση με της πατρίδας μας. Ανάλαφρη η γη από κάτω μου, σαν μια μεγάλη, μαλακή μητρική αγκαλιά και βρίσκομαι σε πλήρη αρμονία με το περιβάλλον γύρω μου. Όλα φαντάζουν όμορφα, ήρεμα, ήσυχα. Εδώ, προστατευμένη από τον κόσμο που συνεχίζει να υπάρχει πέρα από μένα, παρατηρώ έναν θαλασσαετό. Πετάει από το τροπικό δάσος που βρίσκεται ακριβώς πίσω από την παραλία, βουτάει και πιάνει ένα ψάρι στα βράχια μπροστά στη θάλασσα. Το φως λαμπυρίζει πάνω στο νερό και αντανακλά στο φτέρωμά του. Ακόμα και αυτή η βιαιότητα της σκηνής του θηρευτή με το θήραμά του μοιάζει ταιριαστή και έχει τη θέση της, σαν να χορεύουν παρέα τα δυο ζωντανά, αντί να δίνουν μάχη σώμα με σώμα. Μόνο ο ήχος της βουτιάς, το φτερούγισμα κι ύστερα ξανά σιωπή. Η τάξη επανέρχεται και μαζί της η ψευδαίσθηση της γαλήνης. H Ελισάβετ Αρκολάκη είναι συγγραφέας και (αυτο)εκ...

Μια ακόμα ιστορία με τη Μαρία Λυκάρτση

Ονομαστική εορτή Έτοιμη η τσάντα της. Λάπτοπ, φορτιστής, κραγιόν, κάρτες. Έβαλε και μια μικρή ομπρέλα για περίπτωση βροχής. Έτσι, όπως κατέβαινε την Πλάτωνος, άκουσε πίσω της τις καμπάνες. Του Αγίου Νικολάου. Της άρεσε το καφέ στον πεζόδρομο κι ας ήταν εξωφρενικά ακριβό. Διπλός καπουτσίνο σκέτος κι ένα κρουασάν με πραλίνα για σήμερα. Έτσι, επειδή γιόρταζε. Έφταναν από νωρίς οι ευχές στα σόσιαλ. Προβλέψιμες, προκατασκευασμένες, μαζικές. Πώς θα γινόταν να τις αποφύγει; Χαζεύοντας έξω απ’ το τζάμι τον είδε. Κύριος μεγαλούτσικος, κοστουμαρισμένος, με λουλούδια και κουτί ζαχαροπλαστείου στο χέρι. Πόσα χρόνια είχε να δει κάποιον να πηγαίνει επίσκεψη… Ήταν μια εποχή που οι άνθρωποι ανακοίνωναν αν θα γιορτάσουν την ονομαστική τους εορτή κι αν θα δεχτούν επισκέψεις. Στις πόλεις, γιατί στα χωριά απλώς άφηναν ανοιχτά τα φώτα, αν γιόρταζαν. Χτυπούσαν το κουδούνι οι επισκέπτες, έφερναν δώρα: λουλούδια, ποτά, γλυκά, πιο σπάνια κανένα βιβλίο. Της άρεσε να ξετυλίγει η ίδια το κουτί με το γυαλιστερό π...

Μια ακόμα ιστορία με την Κατερίνα Γαγανέλη

 Angelman Τα μάτια του, μεγάλα σαν δυο πελώριες λίμνες, κοιτούσαν με απορία τον κόσμο που ανοιγόταν έξω, στην πίσω αυλή. Ο ψηλός άντρας —πατέρας του; μάλλον πατέρας του— ήταν εκεί. Αυτός ο άνθρωπος τον σήκωνε προσεκτικά για να τον βγάλει στο μπαλκόνι, τον έδενε με επιμέλεια στη ζώνη του αυτοκινήτου, κάποιες μέρες τον τάιζε και του έλεγε ιστορίες μιλώντας αργά, σχεδόν τελετουργικά. Τα λόγια βέβαια έμεναν ακατάληπτα, μα η φωνή ήταν μελωδία, παρηγοριά. Εκείνο το πρωινό, ο άντρας άνοιξε μια βαθιά πληγή στο χώμα και φύτεψε ένα δέντρο λεπτό, ψηλό, με φύλλα ανοιχτόχρωμα και χιονισμένα κλαδάκια. Ο Πέτρος τεντωνόταν να το δει καλύτερα από το παράθυρο, μα η εικόνα κρυβόταν. Ένας μικρός ήχος, κάτι σαν λέξη που λύγισε, έφερε αμέσως κοντά του τη μητέρα του. Έσκυψε πάνω του, του χάιδεψε τα μαλλιά, και του μίλησε με εκείνον τον τρόπο που μόνο οι δυο τους καταλάβαιναν. Κι ύστερα, έσπρωξε το αμαξίδιο στον κήπο. -Σου αρέσει, Πέτρο μου; Ο μπαμπάς φύτεψε μια λεύκα. Να καθόμαστε στον ίσκιο της, να μας ...

Μια ακόμα ιστορία με τη Λίνα Μουσιώνη

Πρώτο ραντεβού Φόρεσε το τζιν της και το καινούριο Fruit of the Loom, το τελευταίο small του καταστήματος. Ήταν ό,τι απόμεινε από το χαρτζιλίκι για τα 16α γενέθλιά της. Έριξε μερικές ματιές στον καθρέφτη για να τσεκάρει μήπως πετάει η κοιλιά της. Το μεσημέρι είχε πέσει με τα μούτρα στα φασολάκια και είχε γίνει σαν το στρογγυλό μαξιλάρι για τις καρφίτσες. Ευτυχώς δεν φαινόταν δια γυμνού οφθαλμού. Χτένισε τα μαλλιά της όπως συνήθιζε, με τα μικρά μπουκλάκια να χοροπηδούν γύρω από το πρόσωπό της. Δεν βάφτηκε. Ούτε ρουζ. Ούτε κραγιόν. Άλλωστε αυτό το τελευταίο θα πήγαινε χαμένο. Το έτρωγε στο πρώτο δεκάλεπτο. Κοίταξε το ρολόι. Θα αργούσε τόσο όσο. Δεν θα ήταν ακριβώς στην ώρα της, αλλά δεν θα το τερμάτιζε κιόλας. Είχε υπολογίσει να καθυστερήσει επτά ακριβώς λεπτά. Βγήκε έξω από το σπίτι με τα μάγουλα αναψοκοκκινισμένα από την προσμονή. Όταν της ζήτησε να βγουν, γούρλωσε τα μάτια της κι είπε μια χαζομάρα που ήθελε να ξεχάσει. Του τύπου «εσύ κι εγώ;». Ευχόταν να υπήρχε μια γομολάστιχα μνήμης...

Μια ακόμα ιστορία με τον Ιωάννη Γεραρή Καρτελιά

Το πειρατικό καράβι Ήταν Χριστούγεννα και είχα, επιτέλους, το δικό μου πειρατικό καράβι! Είχε ψηλά κατάρτια, μεγάλα πανιά για μακρινά ταξίδια, καμπίνα, αμπάρι και σεντούκι γεμάτο θησαυρούς. Το σκαρί του ήταν φτιαγμένο για πελώρια κύματα και συναντήσεις με γιγαντιαία καλαμάρια. Ένας πειρατής είχε γάντζο αντί για χέρι κι ένας άλλος καλύπτρα στο αριστερό του μάτι. Θυμάμαι να παίζω και να μεταμορφώνομαι σε πειρατή. Γέμιζα την μπανιέρα με νερό και τοποθετούσα το καράβι μέσα. Φυσούσα με όλη μου τη δύναμη για να φουσκώσουν τα πανιά και να σαλπάρει. Φανταζόμουν το μπάνιο ως λιμάνι κι ήλπιζα ότι ο τοίχος μπροστά μου θα υποχωρούσε, ανοίγοντας σε μια απέραντη θάλασσα. Όμως το καράβι πάντα προσέκρουε με κρότο στον τοίχο και έμενε εκεί, αιχμάλωτο στον μικρό μου κόσμο. Μια μέρα, με καταιγίδα και δρόμους πλημμυρισμένους, το πήρα αγκαλιά και βγήκα έξω. Στάθηκα στην άκρη του πεζοδρομίου και άφησα το καράβι στον χείμαρρο. Ο δρόμος είχε μετατραπεί σε ποτάμι, και το καράβι παρασύρθηκε από τα ορμητικά ...