Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Μάρτιος, 2026

Μια ακόμα ιστορία με τη Δομηνίκη-Μαρκησία Ρουγγέρη

Το εισιτήριο Η Άννα απολάμβανε τη θαλπωρή των κλινοσκεπασμάτων της όταν ξαφνικά πετάχτηκε από το κρεβάτι της. Το ρολόι στο κινητό της έδειχνε 6:46· είχε ήδη αργήσει. Το πρωινό φως γλιστρούσε ανάμεσα στα κτίρια και η πόλη ξυπνούσε βιαστικά, όπως κι εκείνη. Πήρε την τσάντα και τα κλειδιά της. Στον δρόμο έτρεχε με βήμα κοφτό, μετρώντας τις πλάκες του πεζοδρομίου σα να ήταν δευτερόλεπτα. Στάθηκε στα ακυρωτικά μηχανήματα του Μετρό ψάχνοντας μηχανικά την τσάντα της. Κλειδιά. Κινητό. Σημειωματάριο. Το χέρι της πάγωσε. Ξανά από την αρχή. Τίποτα. "Το πορτοφόλι;" Ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται. Βρήκε μονάχα ένα ευρώ, σε μία θήκη, ξεχασμένο από ρέστα. Για μια στιγμή, σκέφτηκε να γυρίσει σπίτι. Μα ο χρόνος δεν γύριζε μαζί της. Από μακριά είδε έναν επιβάτη να πλησιάζει. Άπαπα, ούτε να το διανοηθεί! Και μόνο με τη σκέψη κοκκίνισε. Ελπίζοντας σε ένα θαύμα πήγε στο εκδοτήριο, χαμογέλασε αμήχανα στον υπάλληλο και ψιθύρισε "Ξέχασα το πορτοφόλι μου. Θα μπορούσατε μήπως να σας δώσω ένα ...

Μια ακόμα ιστορία με τη Χριστίνα Κασιντή

Tο Σκωτσεζάκι  Είχε αγοράσει τα ρούχα σε κάποιο ταξίδι του στη βόρεια Αγγλία. Τα διάλεξε με γούστο, όπως πάντα, όλα ασορτί: το καρό παλτουδάκι, το παντελόνι, το καπέλο, το κασκόλ. Όταν γύρισε στην Ελλάδα, δεν έβλεπε την ώρα να με ντύσει με αυτά. «Πωπω, ένα Σκωτσεζάκι!», έκαναν χάζι γιαγιάδες και θείες. Με πήρε από το χέρι και πήγαμε στο φωτογραφείο του Λάκη. Στη φωτογραφία, το Σκωτσεζάκι χαμογελούσε σκανταλιάρικα, με ένα ονειρεμένο τοπίο στο βάθος. «Σαν ζωγραφιά είναι!», ενθουσιάστηκε ο Λάκης και έβαλε τη φωτογραφία σε περίοπτη θέση στη βιτρίνα για να φαίνεται η τέχνη του. Το Σκωτσεζάκι έμεινε εκεί. Όταν   περνούσα μπροστά από τη βιτρίνα στο νηπιαγωγείο και στις πρώτες τάξεις   του Δημοτικού, κοιτούσα τη φωτογραφία και καμάρωνα που ο Λάκης ξεχώρισε τη φάτσα μου ανάμεσα σε τόσα παιδιά. Μετά, πλησιάζοντας στα τέλη του Δημοτικού, το Σκωτσεζάκι άρχισε να μου σπάει τα νεύρα, να το αντιπαθώ. Όταν οι συμμαθητές μου με ρωτούσαν αν ήμουν εγώ στη φωτογραφία της βιτρίνας...

Μια ακόμα ιστορία με τη Χριστίνα Γαβρίλη

Ολική αναισθησία «Αλήθεια τώρα; Θα υπογράψουμε ότι θέλουμε να πεθάνουμε; Είσαι σίγουρη;» «Δεν λέει ότι θα πεθάνουμε. Λέει ότι αν πεθάνουμε δεν φέρουν ευθύνη!» «Το ίδιο μου κάνει! Δεν θέλω να πεθάνω!» «Ναι βρε αδερφούλα μου, ούτε εγώ. Αλλά μέχρι να πεθάνουμε, θέλω να ζήσουμε!». «Και είναι ανάγκη να κάνουμε bungee jumping για να καταλάβουμε ότι είμαστε ζωντανές; Δεν σου έφτασε το jet ski νωρίτερα;» «Καλά, αν δεν θες μην το κάνεις. Εγώ πάω!». «Περίμενε, περίμενε… έρχομαι! Yolo!” Λίγη ώρα αργότερα, βρισκόμουν στην κορυφή ενός γερανού, που κρεμόταν πάνω από τη θάλασσα. Ο ήλιος είχε μόλις δύσει κι έτσι από κάτω έβλεπα μόνο τα μαύρα νερά του Ιονίου πελάγους. Ένας άντρας μου έδινε οδηγίες σε σπαστά Αγγλικά για το πως να τοποθετήσω τα χέρια μου καθώς πέφτω και καθώς ανεβαίνω. Μετά μέτρησε αντίστροφα "three, two, one" και πριν το καταλάβω βρισκόμουν σε κατακόρυφη πτώση.   Όλη μου η ζωή πέρασε μπροστά από τα καλά σφαλισμένα μάτια μου σε flashback. Δεν θυμάμαι πολλά...

Μια ακόμα ιστορία με την Ελένη Μπετεινάκη

Η χαραμάδα Το τζάμι στο παράθυρο ήταν πάντα ανοικτό. Χειμώνα, καλοκαίρι, δεν την ένοιαζε. Στα παντζούρια μόνο άφηνε μια χαραμάδα, στη μέση, εκεί που ενώνονταν τα δυο φύλλα. Κι έτσι είχε το φέγγος της στον δρόμο. Τις ατέλειωτες ώρες της σιωπής της, παρατηρούσε. Ζούσε μέσα από τις ζωές των άλλων. Ήξερε τι ώρα ξεκινούσαν όλοι στη γειτονιά για την δουλειά τους. Πότε επέστρεφαν, πότε έβγαιναν ξανά, τα παιδιά τους πότε και ποιος τα πήγαινε σχολείο. Τις συνήθειες, τις παρέες τους κι από το βήμα τους, καταλάβαινε τι απασχολούσε τον καθένα. Ήξερε τον ήχο από όλα τα αυτοκίνητα της γειτονιάς. Παρατηρούσε ακόμα και τα ρούχα που φορούσαν, κάνοντας πάντα ένα σχόλιο για το χρώμα, την ποιότητα, τη μόδα τους. Μιλούσε μόνη της. Ερωτήσεις κι απαντήσεις η ίδια. Έτσι περνούσε η μέρα της. Πάντα πίσω από εκείνη την χαραμάδα. Ελάχιστα την έβλεπαν στη γειτονιά. Κι όταν έπρεπε να βγει για να ψωνίσει λιγοστά πράγματα για το σπίτι και τη ζήση της, φορούσε ένα μαύρο μαντήλι στο κεφάλι και μια καρό σκουρόχρωμη κ...

Μια ακόμα ιστορία με την Αναστασία Γιωτοπούλου

Κρυφτούλι Η γειτονιά μου φημίζεται για το μεγάλο, εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο. Κάποτε έσφιζε από φωνές κι ανθρώπους που πηγαινοέρχονταν. Οι παππούδες των διπλανών σπιτιών μας έλεγαν πως εκεί ζει ένα ολοζώντανο τέρας που καταβροχθίζει μικρά παιδιά, σαν κι εμάς. Εμείς όμως, ως θαρραλέοι πολεμιστές, παίζαμε καθημερινά στην χωμάτινη αλάνα πριν τις σιδερένιες πύλες. Κάθε μεσημέρι μετά το σχολείο, δίναμε το παρών. Κάποιες φορές ήμασταν άτακτοι. Σπαταλούσαμε τις ώρες μας πετώντας πέτρες στα ξύλινα παράθυρα και φτύνοντας τις εξώπορτες των γειτόνων. Μια φορά ο φίλος μας ο Στελλάκης, στην προσπάθειά του να μας εντυπωσιάσει, κατάπιε κατά λάθος τα σάλια που μάζευε για ώρα. Οι απειλές των μεγάλων πως «θα φωνάξουν το τέρας» δεν μας πτοούσαν. «Παίζουμε κρυφτό; Στελλίνα, σειρά σου!» «Πέντε, δέκα, δεκαπέντε, είκοσι…» Στο «είκοσι πέντε» είχαμε γίνει καπνός. Όσο ψάχναμε κρυψώνα, οι σκιές ψήλωσαν κι ο ήλιος χάθηκε πίσω από τα σκουριασμένα φουγάρα. «Ρε σεις, η πόρτα είναι του εργοστασίου είναι ανοιχτή. Μπα...