Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Μια ακόμα ιστορία με την Αναστασία Γιωτοπούλου

Κρυφτούλι

Η γειτονιά μου φημίζεται για το μεγάλο, εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο. Κάποτε έσφιζε από φωνές κι ανθρώπους που πηγαινοέρχονταν. Οι παππούδες των διπλανών σπιτιών μας έλεγαν πως εκεί ζει ένα ολοζώντανο τέρας που καταβροχθίζει μικρά παιδιά, σαν κι εμάς. Εμείς όμως, ως θαρραλέοι πολεμιστές, παίζαμε καθημερινά στην χωμάτινη αλάνα πριν τις σιδερένιες πύλες. Κάθε μεσημέρι μετά το σχολείο, δίναμε το παρών.

Κάποιες φορές ήμασταν άτακτοι. Σπαταλούσαμε τις ώρες μας πετώντας πέτρες στα ξύλινα παράθυρα και φτύνοντας τις εξώπορτες των γειτόνων. Μια φορά ο φίλος μας ο Στελλάκης, στην προσπάθειά του να μας εντυπωσιάσει, κατάπιε κατά λάθος τα σάλια που μάζευε για ώρα. Οι απειλές των μεγάλων πως «θα φωνάξουν το τέρας» δεν μας πτοούσαν.

«Παίζουμε κρυφτό; Στελλίνα, σειρά σου!»

«Πέντε, δέκα, δεκαπέντε, είκοσι…»

Στο «είκοσι πέντε» είχαμε γίνει καπνός. Όσο ψάχναμε κρυψώνα, οι σκιές ψήλωσαν κι ο ήλιος χάθηκε πίσω από τα σκουριασμένα φουγάρα.

«Ρε σεις, η πόρτα είναι του εργοστασίου είναι ανοιχτή. Μπαίνουμε;»

Συμφωνήσαμε αθόρυβα. Το φεγγάρι φώτιζε το σπασμένο παράθυρο που μας οδήγησε στο εσωτερικό. Πατήσαμε προσεκτικά πάνω στα γυαλιά. Μια βραχνή φωνή μας ακινητοποίησε, όμως συνεχίσαμε ανάμεσα σε σκόνες και ιστούς αμέτρητων αραχνών. Πιαστήκαμε χέρι-χέρι μέχρι το τέρμα του διαδρόμου. Έπρεπε να μάθουμε αν το τέρας ήταν εκεί.

Μας καλούσε. Φτάσαμε στην πόρτα. Άνοιξε από μόνη της. Το είδαμε. Καθόταν σε μια ξεχαρβαλωμένη καρέκλα. Οκτώ πόδια-πλοκάμια ήταν έτοιμα να μας αρπάξουν, μάτια που πέταγαν λάβα και ένα στόμα ορθάνοιχτο. Πάγωσε το αίμα μας. Έπρεπε να αντιδράσουμε. Ή τώρα ή ποτέ. «Όλοι για έναν!» φωνάξαμε και ορμήσαμε κατά πάνω του. Όσο πλησιάζαμε με ορμή κι αποφασιστικότητα, εκείνο μίκραινε και μίκραινε, μέχρι που εξαφανίστηκε ως δια μαγείας.

Πριν βγούμε, δώσαμε μια υπόσχεση.

Τριάντα χρόνια μετά, κανείς μας δεν ξέχασε πώς είναι να κοιτάς τον φόβο στα μάτια και να τον νικάς.



Γεννήθηκα έναν ζεστό Ιούνη του 1985 στη Νάουσα. Μεγάλωσα μέσα στη φύση, έγδαρα κάθε σημείο του σώματός μου, έπεσα, χτύπησα, πόνεσα μα έμαθα να σηκώνομαι κάθε φορά και πιο δυνατή. Κάποια από τα βιώματα μου έχουν γίνει μέρη των παραμυθιών - κειμένων μου. Το αληθινό στοιχείο της ιστορίας είναι σχεδόν όλη η ιστορία. Η Νάουσα φημίζεται για τα εργοστάσια κλωστοϋφαντουργίας τα οποία ήκμασαν τον 19ο κι αρχές του 20ου αιώνα. Η πόλη έσφιζε από ζωή. Αρχές τις δεκαετίας του '90 μπήκε λουκέτο σε δύο εμβληματικά εργοστάσια και τα επόμενα χρόνια ακολούθησαν τα υπόλοιπα εργοστάσια. Το τέρας είχε ένα όνομα. Ανεργία. Παρόλες τις δυσκολίες, η Νάουσα με τις αμέτρητες φυσικές ομορφιές, ανάθρεψε παιδιά που έζησαν αθώα κι ανέμελα χρόνια σε παιδικές χαρές, αλάνες, ποτάμια, εξερευνώντας τους θησαυρούς και τα μυστήρια των εργοστασίων. Βιβλία μου που έχουν κυκλοφορήσει είναι: "Μαμά, πόσο πολύ σε αγαπώ" (Εκδόσεις Συμμετρία), "Η Λουλουδένια" και "Η πριγκίπισσα με τα πόδια βατροχοπεδιλα" (Εκδόσεις i.Write).

Κρυφτούλι © 2026 by Αναστασία Γιωτοπούλου is licensed under Creative Commons Attribution-NonCommercial-NoDerivatives 4.0 International

Διαβάστε όλες τις συμμετοχές στη συγγραφική πρόκληση "Μια ακόμα ιστορία" εδώ.

Σχόλια