Η κούκλα Στέκομαι στη μέση του άδειου πια φοιτητικού μου σπιτιού και κοιτάζω τριγύρω. Η Έρρικα είναι εκεί και με παρατηρεί σιωπηλή. Μα, πότε σιώπησε; Ή μήπως εγώ τη σιώπησα άθελά μου; Μου την έφερε ο Άγιος Βασίλης τα Χριστούγεννα του ’98. Ήταν μια κούκλα με σώμα υφασμάτινο και μέλη πλαστικά. Αμέσως, έγινε το παιδί μου. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, ζητούσα από τη μαμά ένα αδερφάκι. «Τα αδερφάκια κοστίζουν» μου έλεγε. «Θα σου δώσω τα λεφτά από τα κάλαντα» της απαντούσα. Δεν ήθελε. Έτσι κι εγώ, έπαιρνα την Έρρικα μαζί μου παντού. Στο Νηπιαγωγείο, στη θάλασσα, αργότερα στο Δημοτικό. Μεγάλωνα και μεγάλωνε μαζί μου. Ή έτσι εγώ νόμιζα. Η αλήθεια είναι πως είχε μαυρίσει από τα πολλά πλυσίματα και περισσότερο έμοιαζε με αρουραίο παρά με κούκλα. Καλοκαίρι του 2005. Η Έρρικα εφτά κι εγώ δώδεκα. Άρχιζε το Δημοτικό κι εγώ το τελείωνα. Δεν είχα χρόνο, πλέον θα έπρεπε να μάθει να ζει για λίγο μόνη της. Αυτό είπα στον εαυτό μου, μα η αλήθεια είναι πως την ξέχασα στο πάνω ράφι της ντ...