Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Οκτώβριος, 2025

Μια ακόμα ιστορία με τη Μαριλίτα Χατζημποντόζη

Ο κηπουρός των ευχών Ο κηπουρός ξύπνησε στις επτά ακριβώς και σήμερα. Πέρασε από το πλακόστρωτο μονοπάτι. Να, τα γιγαντόσπιτα! Είχε τα μάτια του δεκατέσσερα! Να μην ξεχάσει καμία… Τόσες πολλές ευχές.  Ευχές απλές. Και λιγότερο απλές.  Ευχές εύκολες. Μα και δύσκολες. Ευχές γλυκές. Μα και πικρές. Κι όλες μοναδικές. Και αφού τις μάζεψε όλες στο καλάθι του, πήγε βαθιά μέσα στο δάσος κι έψαξε το κατάλληλο μέρος για να τις φυτέψει. Μα το βράδυ έπρεπε να φωτίζει το κομμάτι γης ένα ολόγιομο φεγγάρι. Και μόλις ξημερώσει, να το δει ο ήλιος όχι πολύ, ούτε λίγο, αλλά όσο χρειαζόταν. Κάθε μέρα περνούσε από το δάσος περιμένοντας να ανθίσουν οι σπόροι του. Και μετά από λίγες μέρες (σε άλλες περιπτώσεις μετά από λίγους μήνες και σε κάποιες άλλες μπορεί να περνούσαν και χρόνια) ξεπρόβαλλαν οι ευχές. Γιατί οι σπόροι μεγάλωναν λεπτό με το λεπτό, ώρα με την ώρα, μέρα με τη μέρα, μέχρι που γίνονταν δέντρο. Απόψε στα φύλλα του πάνω, να, νάτες γραμμένες και οι ευχές από το Γιγαντοχώρι. Κι όλο...

Μια ακόμα ιστορία με τη Σοφία Πολίτου Βερβέρη

Το δαχτυλιδάκι Μια όμορφη καλοκαιρινή μέρα, με «το πλοίο του μπαμπά» φτάνουμε στα Λατάκια*. Στο κατάστρωμα, εγώ ανάμεσα στη μητέρα μου και τη γυναίκα του καπετάνιου, την κυρία Λίντα, παρατηρώ τις μανούβρες του πλοίου που δένει στον ντόκο.  Κάποια στιγμή, το μάτι της κυρίας Λίντας πέφτει στο χρυσό δαχτυλιδάκι που φοράω. Στην οικογένεια συνήθιζαν να μας στολίζουν με χρυσά από μικρά. Λες και ήταν απαραίτητο. «Αχ, τι ωραίο το δαχτυλίδι σου, Σοφούλα. Για να το δω» λέει η καπετάνισσα. Η μητέρα μου, που της αρέσει η επίδειξη, μου ανοίγει τα δάχτυλα σαν βεντάλια μπροστά στη γυναίκα. Εκείνη τραβάει απαλά το δαχτυλίδι από το χέρι μου. Αναπάντεχοι κραδασμοί από κάποια μανούβρα μάς κάνουν και χάνουμε κάπως την ισορροπία μας. Η γυναίκα του καπετάνιου βγάζει ένα «αχ», παραπατάει, το δαχτυλιδάκι μου γλιστρά από τα χέρια της. «Μπλουμ!» πέφτει στο νερό, σε εκείνη την υγρή πεινασμένη φλοίδα ανάμεσα στη λαμαρίνα του πλοίου και το τσιμέντο του ντόκου. Πάει το δαχτυλιδάκι μου! Πάνε και οι φιγούρες της ...

Μια ακόμα ιστορία με τη Φυτούλα Βακανά

Ο Ίκαρος Τη στιγμή που άρχισε να πέφτει, ο Ίκαρος θυμήθηκε τη μάνα του. Τον τρόπο που του έστρωνε με φροντίδα τα τσουλούφια του που πετούσαν δεξιά κι αριστερά. Τα μάτια της που ήταν χαμογελαστά, όταν τον έλεγε: «Λεβέντη μου» κι ας είχε αφήσει λασπωμένες πατημασιές στο χαλί κι ας είχε κάνει τρέλες και είχε σκίσει το φρύδι του, μια ανάσα πάνω από το δεξί του μάτι… Θυμήθηκε και όλα αυτά που δεν θα ζήσει ξανά. Να ανοίγει τα χέρια σαν φτερά, με το ποδήλατο να τρέχει και το στόμα ανοιχτό να αλαλάζει θριαμβευτικά. Να σουτάρει την μπάλα στον Γιάννη, που ήταν αφύλαχτος κι εκείνος να πετυχαίνει το νικηφόρο σουτ. Και μετά άγαρμπες αγκαλιές και «Είμαστε πια πρωταθλητέεεες» μέχρι να βραχνιάσουν. Το πρώτο μεθύσι για εκείνο το κορίτσι που του είπε πως τον βλέπει σαν φίλο, με το κρασί που σούφρωσε ο Στέφανος από την κάβα του πατέρα του. Και μετά να ξερνάει στον κήπο και να σέρνεται να κλειστεί στο δωμάτιό του πριν τον πετύχει η μάνα του. Να πανηγυρίζει επειδή πέρασε στη σχολή, η περηφάνια της μάνας το...

Μια ακόμα ιστορία με την Έλενα Αρτζανίδου

Ένα κλειδί Δεν ξέρει πόσες φορές είχε υποσχεθεί στον εαυτό της να φύγει οριστικά, να προχωρήσει. Και όταν έφτασε η στιγμή ήταν χαρούμενη. Πέρασαν μέρες, μήνες και απόλυτα σίγουρη πια πίστευε πως είχε νικήσει την αρρώστια, το πάθος της για εκείνον. Η καθημερινότητα της δεν την κούραζε, αντίθετα είχε φροντίσει να καλύψει όλες τις τρύπες, όλα τα κενά που θα μπορούσαν να εισχωρήσουν και να αφυπνίσουν τα συναισθήματα της για εκείνον. Δουλειά, γυμναστήριο, φίλες, βόλτες και κλειστό τηλέφωνο από το απόγευμα μέχρι που ξημέρωνε. Άντεξε μέχρι σήμερα που έφτασε μέσα σε έναν φάκελο συστημένο το κλειδί. Ταράχτηκε. Μπερδεύτηκε που το άγγιξε. Ήταν εκείνο το κλειδί, το δικό τους κλειδί και ένα χαρτί διπλωμένο. Το άνοιξε και είχε μόνο ένα γράμμα Α. Το κλειδί στο χέρι. Το χάιδεψε και μπερδεύτηκε. Κουβάρι ξεπετάχτηκαν οι μνήμες. Την μπέρδεψε. Ήταν παγωμένο. Την αναστάτωσε. Οι παλμοί, εκείνοι οι δαιμονισμένοι, επέστρεψαν όπως πριν ένα χρόνο, όταν το πέταξε και έφυγε για να μην ξαναγυρίσει. Και τώρα! ...

Μια ακόμα ιστορία με τον Θοδωρή Παπαϊωάννου

Επάνω ή κάτω; Μόλις έφτασα στο χωριό και αντίκρυσα το μονοθέσιο πέτρινο σχολείο του, ένιωσα ανακούφιση. Σχεδόν μία ώρα χωματόδρομος, στα όρη στα άγρια βουνά που λένε, περίμενα χειρότερα τα πράγματα. Ευτυχώς δεν ήταν. Εννιά ήταν όλα κι όλα τα παιδιά μα ένα ήταν το πρωτάκι του σχολείου, ο Μανόλης. Παιδί βοσκού, ηλιοκαμένο πρόσωπο, μεγάλα στρογγυλά μάτια, μέτριο ύψος. Επιφυλακτικός με το σχολείο, από τις πρώτες μέρες ξεφύλλιζε τα βιβλία με περιέργεια δίνοντας ιδιαίτερη σημασία στις εικόνες. Τα περισσότερα τα έλεγε με τα μεγάλα καστανά του μάτια, παρά με το στόμα. Σ’ ένα από τα πρώτα κεφάλαια των μαθηματικών ο Μανόλης με εξέπληξε ευχάριστα. Μαθαίναμε τις έννοιες μπροστά–πίσω και πάνω–κάτω. Αφού κάναμε μερικά παιχνίδια με την καρέκλα, το θρανίο και τον πίνακα, ανοίξαμε το βιβλίο. Οι εικόνες έδειχναν ένα πουλάκι που βρισκόταν στη μία πάνω στο κλαδί ενός δέντρου και στην άλλη κάτω στη ρίζα του δέντρου. Δείχνω την εικόνα με το πουλάκι πάνω στο δέντρο. - Που βρίσκεται Μανόλη αυτό το πουλάκι, ε...