Ο κηπουρός των ευχών Ο κηπουρός ξύπνησε στις επτά ακριβώς και σήμερα. Πέρασε από το πλακόστρωτο μονοπάτι. Να, τα γιγαντόσπιτα! Είχε τα μάτια του δεκατέσσερα! Να μην ξεχάσει καμία… Τόσες πολλές ευχές. Ευχές απλές. Και λιγότερο απλές. Ευχές εύκολες. Μα και δύσκολες. Ευχές γλυκές. Μα και πικρές. Κι όλες μοναδικές. Και αφού τις μάζεψε όλες στο καλάθι του, πήγε βαθιά μέσα στο δάσος κι έψαξε το κατάλληλο μέρος για να τις φυτέψει. Μα το βράδυ έπρεπε να φωτίζει το κομμάτι γης ένα ολόγιομο φεγγάρι. Και μόλις ξημερώσει, να το δει ο ήλιος όχι πολύ, ούτε λίγο, αλλά όσο χρειαζόταν. Κάθε μέρα περνούσε από το δάσος περιμένοντας να ανθίσουν οι σπόροι του. Και μετά από λίγες μέρες (σε άλλες περιπτώσεις μετά από λίγους μήνες και σε κάποιες άλλες μπορεί να περνούσαν και χρόνια) ξεπρόβαλλαν οι ευχές. Γιατί οι σπόροι μεγάλωναν λεπτό με το λεπτό, ώρα με την ώρα, μέρα με τη μέρα, μέχρι που γίνονταν δέντρο. Απόψε στα φύλλα του πάνω, να, νάτες γραμμένες και οι ευχές από το Γιγαντοχώρι. Κι όλο...