Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Φεβρουάριος, 2026

Μια ακόμα ιστορία με τη Χρυσάνθη Τσιαμπαλή

Τα τελευταία παιδιά Η δήμαρχος Μίντλετον ξεκινά τα πρωινά της από την παιδική χαρά εδώ και χρόνια. Κάνει τραμπάλα με τον διευθυντή της Κεντρικής Τράπεζας, τον κύριο Ζιντ. Και έπειτα πάντα λίγη κούνια. Δεν ανεβαίνουν όμως ποτέ στον μύλο. Οι ανεξέλεγκτες περιστροφές πρέπει να αποφεύγονται στην ηλικία τους. «Χρόνια περιμένουμε αυτό το πράγμα να σκουριάσει», παρατηρεί η δήμαρχος κοιτώντας τον μύλο από απόσταση. «Μα έχει σκουριάσει! Χθες το έσπρωξα με όση δύναμη είχα. Έμεινε ακούνητο σα βιδωμένο». «Τι μου λέτε! Επιτέλους ήρθε η ώρα να το κάνουμε παγκάκι. Ραντεβού το απόγευμα εδώ για τον καφέ μας, κύριε Ζιντ!» «Εξαιρετικά! Και η μεγάλη τσουλήθρα; Έχει αρχίσει και αυτή να μας παιδεύει… Προχθές η γιατρός Κρόχεν, σε μια προσπάθεια να τσουλήσει, κουτρουβάλησε άτσαλα. Γέμισε καρούμπαλα και μελανιές». «Μην ανησυχείτε, η μεγάλη τσουλήθρα θα γίνει αναγνωστήριο. Ας χρησιμοποιούμε μόνο τη μικρή, που είναι ασφαλής. Ορίστε, ο κύριος Μπάουμαν πλησιάζει κιόλας με το βιβλίο του. Υπέροχο μέρος για όποιον θέ...

Μια ακόμα ιστορία με την Έφη Φωτεινού

Το κεχριμπαράκι του παππού Τον περίμενε με ανυπομονησία, κοιτώντας συνέχεια το ρολόι. Από στιγμή σε στιγμή, θα χτυπούσε το κουδούνι, θα άνοιγε και θα τον έβλεπε να ανεβαίνει τα σκαλιά, αργά, με το χέρι της μαμάς στο μπράτσο. Θα την αγκάλιαζε σφιχτά, «κεχριμπαράκι μου» θα της έλεγε. «Ήρθα πρώτα από το σπίτι σου να γνωρίσω το δισέγγονό μου» και στη συνέχεια, θα έσκυβε πάνω από την κούνια και θα ψιθύριζε «έγινες μάνα, κορίτσι μου» με την τρυφερότητα που τον χαρακτήριζε. Χτύπησε το κουδούνι και έτρεξε σαν παιδί. Στο κατώφλι όμως, στεκόταν ο άντρας της. «Τι έγινε; Γιατί δεν είσαι στη δουλειά;» ρώτησε. Η φωνή της ακούστηκε ραγισμένη χωρίς να ξέρει ακόμα το γιατί. Ίσως να ήταν το βλέμμα του που την τρόμαξε. «Ο παππούς… έφυγε». «Τι λες;» Το μυαλό της δεν μπορούσε να επεξεργαστεί την πληροφορία που της δόθηκε. «Έγινε ξαφνικά...» Συνειδητοποίησε το νόημα των λέξεων αλλά δεν μπορούσε να το δεχτεί. «Μα, μιλήσαμε πριν λίγες ώρες...». «Έφυγε όπως ήθελε, όρθιος. Χωρίς να καταλάβει τίποτα», προσπάθησε...

Μια ακόμα ιστορία με την Κωνσταντίνα Τζιόλα

Οι λύκοι Είχα μόλις φάει μια πελώρια φέτα μερέντα παρέα με την αδερφή μου. Ήταν ώρα για ύπνο, όμως τα ουρλιαχτά των λύκων δε σε αφήνουν εύκολα να κοιμηθείς. Όσο οι λύκοι αλυχτούσαν στο βουνό, ο ευγενικός γίγαντας, που συνήθως αποκαλούσαμε μπαμπά, μας έκλεισε στην αγκαλιά του. Κουλουριαστήκαμε κι η ιστορία ξεκίνησε. Μια ιστορία που δεν την λες στα παιδιά για να κοιμηθούν… Ήταν ένα από τα μεσημέρια εκείνης της εποχής που ο ήλιος βιάζεται να παραδώσει τη σκυτάλη στο φεγγάρι. Το αμούστακο αγόρι είχε πάρει τον δρόμο για το σπίτι. Ο δρόμος ήταν μακρύς και χωμάτινος κι εκείνος, με τα σκισμένα του παπούτσια, έπρεπε να περάσει πρώτο το μικρό ποτάμι. Δεν το φοβήθηκε, έβγαλε τα παπούτσια, τα κρέμασε στην πλάτη και περπάτησε. Η ώρα περνούσε γρήγορα και το σκοτάδι άρχισε να πέφτει. «Θα κόψω δρόμο από το δάσος», συλλογίστηκε. «Εξάλλου κοντεύω». Ο ήχος τον ξεγέλασε!   Τα κουδούνια από τα πρόβατα δεν ήταν κοντά του, τα έφερνε ο αέρας. Πριν μπει στο δάσος, κοντοστάθηκε στο εικονοστάσι της...

Μια ακόμα ιστορία με τη Σοφία Αλεξίου

Σαν όνειρο Κατέβηκα τις σκάλες. Δεν είχα ξαναβρεθεί ποτέ στο υπόγειο του κάστρου. Συνέχισα να ακολουθώ, σαν υπνωτισμένη, το ξωτικό. Στο τέλος του διαδρόμου, εμφανίστηκε μία πόρτα με φυλλωσιές. Με ένα κατακόκκινο κλειδί, την άνοιξε. Άπλωσε το χέρι και με προσκάλεσε στον κόσμο του! Τι τέλεια μέρα ήταν αυτή! Μία ξωτικούπολη απλωνόταν μπροστά μας! Ανεβήκαμε σε μία καταπράσινη ρόδα που στηριζόταν σε μία φουντωτή βελανιδιά. Κάναμε τσουλήθρα σε έναν λόφο που ήταν γεμάτος γρασίδι και χαμομήλια. Πήραμε μέρος σε διαγωνισμό παγωτού. Έπρεπε να δοκιμάσεις όλες τις γεύσεις που ήταν φτιαγμένες με φρέσκο χιόνι και φρούτα της εξοχής. (Κοιμάμαι; Δεν μπορώ να ξεχωρίσω πια) Σκαρφάλωσα στον βράχο της γνώσης και ζήτησα να μου πει τί θα γίνω όταν μεγαλώσω. Εκείνος μου είπε πως θα γίνω σίγουρα ό,τι αγαπώ. Με μπέρδεψε αλλά νομίζω πως αυτό που μου είπε ήταν καλό. Το βράδυ με φιλοξένησαν σε μία μεταξωτή σκηνή και ο ύπνος με πήρε γλυκά. Ταξίδεψα και συνάντησα πάλι τον μπαμπά. Εκεί που δεν υπήρχε πόνος, ούτε αρρώσ...